hosted by
publicationslist.org
    

Demitris Delikaraoglou

National Technical University of Athens,
Department of Surveying Engineering,
Heroon Polytechniou 9,
15780 Zografou,
Greece
ddeli@mail.ntua.gr

Books

2011
1986
D E Wells, N Beck, D Delikaraoglou, A Kleusberg, E J Krakiwsky, G Lachapelle, R B Langley, M Nakiboglu, K P Schwarz, J M Tranquilla, P Vanicek (1986)  Guide to GPS Positioning   Edited by:Canadian GPS Associates. Fredericton, New Brunswick, Canada: The University of New Brunswick  
Abstract: Το εν λόγω σύγγραμμα ήταν το επακόλουθο σειράς διαλέξεων και εκπαιδευτικών σεμιναρίων, σε επαγγελματίες μηχανικούς διαφόρων κλάδων, σε θέματα χρήσης της τεχνολογίας του δορυφορικού Παγκόσμιου Συστήματος Eντοπισμού GPS. Αποτελεί ένα αυτοδύναμο οδηγό για το GPS, σχεδιασμένο για να χρησιμοποιείται από τοπογράφους και άλλους μηχανικούς, γεωφυσικούς και γεολόγους, μηχανικούς υδρογραφίας και ωκεανογράφους, δασολόγους και μηχανικούς γεωπληροφορικής ως: - οδηγός αυτο-διδασκαλίας - υλικό διαλέξεων για μαθήματα σε πανεπιστημιακό επίπεδο - υλικό υποστήριξης για επιμορφωτικά σεμινάρια και παρουσιάσεις για το GPS Το παρουσιαζόμενο υλικό στο βιβλίο διατηρήθηκε εσκεμμένα, κατά το δυνατόν σε επίπεδο γενικών τεχνικών αρχών, της λειτουργίας του συστήματος και όλων των θεωρητικών και πρακτικών πλευρών της τεχνολογίας GPS. Ως εκ τούτου, αποτελεί μια εμπεριστατωμένη εισαγωγή στην τεχνολογία GPS, παρά μια διεξοδική ανάλυση τεχνικών λεπτομερειών ή ερευνητικών αποτελεσμάτων, που αφορούν τη χρήση του συστήματος GPS. Η δομή του βιβλίου διαμορφώνεται σε τέσσερις χαρακτηριστικές θεματικές ενότητες:  Περιγραφή του GPS (κεφ. 1-5)  Συλλογή μετρήσεων GPS και ανάλυσης αυτών (κεφ. 6-10)  Εφαρμογές του GPS (κεφ. 11-15)  Δέκτες GPS (Παραρτ. Α) Η τμηματική αυτή δομή επιτρέπει, ώστε το παρουσιαζόμενο υλικό να μπορεί να χρησιμοποιηθεί εξ ολοκλήρου, για μια συνολική παρουσίαση της τεχνολογίας GPS, ή υλικό από τις επιμέρους ενότητες να μπορεί να χρησιμοποιηθεί για πιο εξειδικευμένα ακροατήρια.
Notes: Many newcomers to GPS continue to express an interest in obtaining copies of this classic GPS text which was a Canadian technical "best seller" with over 12,000 copies sold worldwide. It is true that there have been many advances in GPS positioning during the more than 20 years since the book was originally published, particularly in receiver design and operation. However, the basic concepts of legacy GPS have not changed and much of the material in the book is still relevant. So to meet the continuing demand, it was reprinted in a cost-effective format as a University of New Brunswick Department of Geodesy and Geomatics Engineering lecture note in: http://gge.unb.ca/Pubs/LN58.pdf. UNB is one of North America's leading GPS research centres. It is also available for download from the following web site of the Department of Geomatics Engineering, The University of Calgary: http://plan.geomatics.ucalgary.ca/papers/guide_to_gps_positioning_ebook.pdf

Journal articles

2011
G Manoussakis, D Delikaraoglou (2011)  On the gradient of curvature of the plumblines of the Earth's normal gravity field and its isocurvature lines   Studia Geophysica & Geodรฆtica 55: 3. 501-514  
Abstract: This paper presents an approach to determine the gradient of curvature of the normal plumblines at a point P above the ellipsoid and introduces a new geometrical object which is the isocurvature line. The assumed facts are the coordinates of the point P and the formula for the normal gravity potential U. For the determination of the gradient of the normal plumbline curvature k at the point P we define a small circle on the meridian plane of P whose center is at the point P. The circle has the radius of ε = 1 m and interior D. In this circle we construct a function ka to approximate the curvature function k. The function ka is a quotient of polynomials hence it is easy to find its partial derivatives at the point P i.e. grad ka(P). For the construction of the function ka we make the assumption that in the interior of the circle D the first order partial derivatives of U behave linearly and the second order partial derivatives have constant values which equal their value at the point P and then we set grad k(P) = grad ka(P). An isocurvature line of the normal gravity field passing through a point P is a curve ā such that the value of the function of the plumblines’ curvature k is constant and equals k(P). We give a formula to find the direction of the isocurvature line on the meridian plane and we prove that there are infinitely many isocurvature lines passing through the point P and they all lie on a special surface, the isocurvature surface.
Notes:
2009
George Miliaresis, Demitris Delikaraoglou (2009)  Effects of Percent Tree Canopy Density and DEM Misregistration on SRTM/NED Vegetation Height Estimates   Remote Sensing 1: (2). 36-49 April  
Abstract: The U.S National Elevation Dataset and the NLCD 2001 landcover data were used to test the correlation between SRTM elevation values and the height of evergreen forest vegetation in the Klamath Mountains of California.Vegetation height estimates (SRTM-NED) are valid only for the two out of eight (N, NE, E, SE, S, SW, W, NW) geographic directions, due to NED and SRTM grid data misregistration. Penetration depths of SRTM radar were found to linearly correlate to tree percent canopy density.
Notes:
2008
D Delikaraoglou (2008)  The Hellenic Positioning System (HEPOS) and its foreseeable implications on the Spatial Data Infrastructure in Greece   ฮคฮตฯ‡ฮฝฮนฮบฮฌ ฮงฯฮฟฮฝฮนฮบฮฌ ฮคฮ•ฮ•. / Tech. Chron. Sci. J., Tech. Chamber of Greece , Vol. 28: 1-2. , pp. 95-103  
Abstract: In the last few years, Greece has responded to and participated in various European Spatial Data Infrastructure (ESDI) initiatives. This has made many government organizations to increasingly realize that spatial information has an important role to play in the development process of the country, mostly by providing an economic value and also contributing to several policy areas concerned with environmental and social needs. Most relevant initiatives in this direction have focused so far on developing, mainly through the Hellenic Cadastre Project, the legal framework needed to underpin the creation of a national SDI (NSDI), starting from priorities aiming to utilize many applications relying on geospatial information for the development of national or regional social benefit programs and services, and in supporting the shared objectives of various national surveying and mapping authorities. One fundamental component of these efforts has been identified as the urgent need to establish a robust modern geodetic framework that will rely on the establishment and operation (before the end of 2007) of the so-called Hellenic Positioning (Services) System (or HEPOS), to be based on a network of some 100 continuously operating GPS reference stations which will be broadcasting and storing signal and positional correction information to be used by suitably equipped users. HEPOS will be capable of delivering centimetre-level positioning accuracy in real-time throughout Greece, thus allowing all data and observations that form the basis for geographic information systems to tie all geographical features to a common, nationally used horizontal and vertical coordinate system, for all layers of information while maintaining seamless stability for both the geodetic and cadastre frameworks. This paper looks at the many practical implications, for the providers and users of SDI in Greece, which undoubtedly will be brought about by the improvements foreseen from the establishment of HEPOS and the combined advances anticipated by the ongoing developments of the next generation GNSS systems. The discussion will present the current HEPOS activities in Greece and the critical underlying factors which will contribute toward a convergence between the Geodesy and the Cadastre frameworks. The latter can act as a significant layer of the SDI for Greece, as well as improving efficiencies and advancing new and innovative spatial applications, such as integrated surveying techniques supported by the HEPOS network, thus allowing the modern professional surveyors to provide value-added services and expand their business activities into non-traditional surveying engineering areas. ΠΕΡΙΛΗΨΗ Στα τελευταία χρόνια, η Ελλάδα έχει αποκριθεί και έχει συμμετάσχει στις διάφορες ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες για τη δημιουργία εθνικών χωρικών υποδομών. Αυτό έχει αυξήσει τη συνειδητοποίηση πολλών κυβερνητικών φορέων ότι οι χωρικές πληροφορίες έχουν έναν σημαντικό ρόλο να παίξουν στη διαδικασία ανάπτυξης της χώρας, κυρίως παρέχοντας σημαντικά οικονομικά οφέλη και συμβάλλοντας στην υλοποίηση διαφόρων τεχνικών έργων συναφών με περιβαλλοντικές και κοινωνικές ανάγκες. Οι περισσότερες σχετικές πρωτοβουλίες σε αυτήν την κατεύθυνση έχουν εστιάσει μέχρι τώρα στην ανάπτυξη, κυρίως μέσω του έργου του Εθνικού Κτηματολογίου, του νομικού πλαισίου που απαιτείται για να υποστηριχθεί η δημιουργία μιας εθνικής υποδομής χωρικών δεδομένων, αρχικά μέσα από προτεραιότητες που στοχεύουν να χρησιμοποιήσουν διάφορες εφαρμογές που στηρίζονται σε χωρικές πληροφορίες για την ανάπτυξη των εθνικών ή περιφερειακών προγραμμάτων κοινωνικών παροχών και υπηρεσιών, και στην υποστήριξη των κοινών στόχων των διαφόρων χαρτογραφικών και άλλων συναφών φορέων. Ως βασικό συστατικό αυτής της προσπάθειας έχει προσδιοριστεί η επείγουσα ανάγκη να θεσπιστεί μια σύγχρονη γεωδαιτική υποδομή που θα στηριχθεί στην καθιέρωση και τη λειτουργία (πριν από το τέλος του 2007) του αποκαλούμενου Ελληνικού Συστήματος (υπηρεσιών) Εντοπισμού (ή HEPOS από την αγγλική ονομασία του, Hellenic Positioning System), το οποίο θα βασίζεται σε ένα δίκτυο περίπου 100 σταθμών αναφοράς συνεχούς λειτουργίας GPS που θα αποθηκεύουν και θα μεταδίδουν (μέσω των δικτύων κινητής τηλεφωνίας) δεδομένα GPS και κατάλληλες διορθώσεις που θα χρησιμοποιούνται από τους κατάλληλα εξοπλισμένους χρήστες. Το HEPOS θα παρέχει δυνατότητες εντοπισμού με ακρίβεια εκατοστόμετρου και σε πραγματικό χρόνο σε όλη την Ελλάδα, επιτρέποντας έτσι τη γεωαναφορά σε ένα κοινό, πανελλαδικό σύστημα αναφοράς όλων των γεωγραφικά εξαρτημένων στοιχείων και των παρατηρήσεων που αποτελούν τη βάση για τα Συστήματα Γεωγραφικών Πληροφοριών, την εθνική γεωδαιτική υποδομή, το Εθνικό Κτηματολόγιο κ.ά. Η παρούσα εργασία εξετάζει τις πολλές πρακτικές επιπτώσεις, στους προμηθευτές και τους χρήστες των χωρικών υποδομών στην Ελλάδα, οι οποίες αναμφισβήτητα θα επέλθουν από τις βελτιώσεις που προβλέπονται με τη δημιουργία και τη λειτουργία του HEPOS και των συνδυασμένων προόδων που αναμένονται από τις τρέχουσες εξελίξεις των δορυφορικών συστημάτων εντοπισμού επόμενης γενεάς. Παρουσιάζονται οι τρέχουσες δραστηριότητες ανάπτυξης του HEPOS στην Ελλάδα και τους κρίσιμους ελλοχεύοντες παράγοντες που θα συμβάλουν στη σύγκλιση μεταξύ της γεωδαιτικής υποδομής και εκείνης του Εθνικού Κτηματολογίου. Αναδεικνύεται ότι τα χωρικά δεδομένα και τα προϊόντα του HEPOS σε συνδυασμό με τις χωρικές πληροφορίες του Εθνικού Κτηματολογίου μπορούν να ενεργήσουν ως μια σημαντικότατη συνιστώσα των χωρικών υποδομών για την Ελλάδα, καθώς επίσης και να βελτιώσουν την αποδοτικότητα των μελλοντικών διαδικασιών συλλογής χωρικών πληροφοριών και να προωθήσουν νέες και καινοτόμες χωρικές εφαρμογές, επιτρέποντας κατά συνέπεια στους σύγχρονους επαγγελματίες μηχανικούς να παρέχουν τις προστιθεμένης αξίας υπηρεσίες τους και να επεκτείνουν τις επιχειρησιακές δραστηριότητές τους σε μη παραδοσιακούς τομείς αξιοποίησης των χωρικών πληροφοριών και των γεωεφαρμογών τους.
Notes: Originally presented at the FIG Commission 3 Workshop on “Spatial Information Management toward legalizing informal urban developement”, Athens, Greece, 28-31 March. Επίσης διαθέσιμο online στις ιστοσελίδες του ΠΣΑΤΜ και τα Τεχνικά Χρονικά/ Also available from the following links: http://62.38.203.213/psdatm/docs/FIG_Com3_Workshop/13_The_HEPOS_and_its_foreseeable_implicationsthe_Spatial_Data_Infrastructure_in_Greece.pdf http://www.survey.ntua.gr/geohopper/iCommons/ePubl_DDeli/DDeli_2007_FIG_HEPOS_SDI.pdf
1992
M E Cannon, K P Schwarz, M Wei, D Delikaraoglou (1992)  A consistency test of airborne GPS using multiple monitor stations   Journal of Geodesy 66: (1). 2-11  
Abstract: In October 1990, several airborne GPS tests were conducted in the Ottawa region by the Canada Centre for Surveying (CCS) and the Canada Centre for Remote Sensing (CCRS). Ashtech XII receivers were located at up to three monitor stations with baseline lengths to the aircraft ranging from 1-200 km. Approximately two hours of airborne data, collected at a 2 Hz rate, were available for each of the three test days. Post-processing of the differential data was done using the University of Calgary's SEMIKIN package which utilizes a Kalman filter algorithm to estimate both the remote receiver's position and velocity. Comparisons were made between the aircraft position and velocity determined from each of the monitor stations to assess the consistency of differential GPS when different reference stations are used. Results show that the degree of consistency is dependent upon the distance to the monitor stations. Agreement at the decimetre-level is achieved in position when the baseline lengths are within 100 km. Agreement in velocity is usually better than 1 cm/sec (RMS). ΠΕΡΙΛΗΨΗ Η εν λόγω εργασία περιγράφει τα αποτελέσματα σειράς πειραματικών μετρήσεων GPS σε αεροσκάφος, που εκτελέστηκαν τον Οκτώβριο 1990 στην περιοχή της Ottawa, Ontario του Καναδά, από τα Κέντρα Τηλεπισκόπησης (Canada Centre for Remote Sensing, CCRS) και Τοπογραφίας (Canada Centre for Surveying, CCS) του Υπουργείου Ενέργειας και Φυσικών Πόρων του Καναδά, με σκοπό να εξεταστούν τα τυχόν πλεονεκτήματα, δυνατότητες και περιορισμοί, από την ταυτόχρονη χρήση πολλαπλών επίγειων σταθμών GPS, κατά τη διάρκεια χρήσης του GPS για αεροφωτογραφήσεις και τον ακριβή εντοπισμό της φωτοκάμερας (ή άλλων οργάνων, όπως το ηλεκτρο-οπτικό σύστημα MEIS-II του CCRS) στις χρονικές στιγμές λήψεως των αεροφωτογραφιών ή ψηφιακών εικόνων. Το άρθρο περιγράφει την ανάλυση ταυτοχρόνων μετρήσεων GPS, από τρεις επίγειους σταθμούς, για τρεις διαφορετικές μέρες πειραμάτων, κάτω από διαφορετικές συνθήκες μετρήσεων και γεωμετρίας των δορυφόρων GPS. Σύγκριση των αποτελεσμάτων GPS, από τον εκάστοτε επίγειο σταθμό αναφοράς, ως προς τη εκάστοτε θέση και την ταχύτητα του αεροσκάφους (ανά 30 sec), έδειξαν ότι η συμφωνία των προσδιοριζόμενων συντεταγμένων θέσης και ταχύτητας, εξαρτάται από την απόσταση μεταξύ του επίγειου σταθμού αναφοράς και του αεροσκάφους. Γενικά αποδείκτηκε, ότι η συμφωνία των προσδιοριζόμενων συντεταγμένων θέσης και ταχύτητας του αεροσκάφους, κατά μήκος τροχιών του αεροσκάφους μέχρι και δύο ωρών, όπως προσδιορίζονται ανεξάρτητα από κάθε σταθμό, είναι εφικτή σε επίπεδα ακρίβειας (rms) ±10 cm (στη θέση) και λιγότερο από 1 cm/sec (στην ταχύτητα), εφ' όσον το αεροσκάφος κινείται σε απόσταση μέχρι 100 km από τον εκάστοτε επίγειο σταθμό αναφοράς.
Notes: Also available (as a secured resource) from Springer in: http://www.springerlink.com/content/lv5037803120v701/fulltext.pdf
ฮ“ ฮคฮถฮนฮฝฮนฮญฯฮทฯ‚, ฮ” ฮ”ฮตฮปฮทฮบฮฑฯฮฌฮฟฮณฮปฮฟฯ… (1992)  ฮฃฯ…ฮฝฮดฯ…ฮฑฯƒฮผฯŒฯ‚ GPS/GIS: ฮ•ฯฮณฮฑฮปฮตฮฏฮฟ ฮฃฯ…ฮปฮปฮฟฮณฮฎฯ‚ ฮบฮฑฮน ฮ”ฮนฮฑฯ‡ฮตฮฏฯฮนฯƒฮทฯ‚ ฮšฯ„ฮทฮผฮฑฯ„ฮฟฮปฮฟฮณฮนฮบฯŽฮฝ ฮ”ฮตฮดฮฟฮผฮญฮฝฯ‰ฮฝ (Combining GPS/GIS: Tools for the Collection and Maintainance of Cadastre Data, paper in Greek)   ฮ”ฮตฮปฯ„ฮฏฮฟ ฮ ฮฑฮฝฮตฮปฮปฮทฮฝฮฏฮฟฯ… ฮฃฯ…ฮปฮปฯŒฮณฮฟฯ… ฮ”ฮนฯ€ฮปฯ‰ฮผฮฑฯ„ฮฟฯฯ‡ฯ‰ฮฝ ฮ‘ฮณฯฮฟฮฝฯŒฮผฯ‰ฮฝ ฮคฮฟฯ€ฮฟฮณฯฮฌฯ†ฯ‰ฮฝ ฮœฮทฯ‡ฮฑฮฝฮนฮบฯŽฮฝ 107. 13-27 ฮฮฟฮตฮผ.-ฮ”ฮตฮบ.  
Abstract: Η εν λόγω εργασία αναφέρεται στις ριζικές αλλαγές, που επιφέρει η χρήση GPS στις μεθόδους συλλογής χαρτογραφικών δεδομένων, ιδιαίτερα στον σημαντικό ρόλο του για την ίδρυση δικτύων αναφοράς, που είναι απαραίτητα για τις φωτογραμμετρικές και γεωδαιτικές εργασίες. Παρουσιάζονται οι γενικές αρχές λειτουργίας του συστήματος και οι δυνατότητές του (π.χ. εφικτές ακρίβειες, παραγωγικότητα τεχνικών πεδίου, κλπ.), που σχετίζονται άμεσα με τις τρέχουσες ανάγκες εφαρμογών του Κτηματολογίου, καθώς και τη χρήση του σε τυπικές εφαρμογές GIS (π.χ. συλλογή χωρικών δεδομένων με μεγάλη ακρίβεια και οικονομικό κόστος) και για νέες διαδικασίες αυτόματου προσδιορισμού θέσης, σε συνδυασμό με τεχνικές ηλεκτρονικής χαρτογράφησης. Περαιτέρω γίνεται συνοπτική αναφορά στα χαρακτηριστικά και τις δυνατότητες των διαφόρων τεχνικών σχετικού εντοπισμού, με μετρήσεις φάσεως του φέροντος κύματος GPS, όπως στατικές, κινηματικές, γρήγορες στατικές, ψευδο-κινηματικές και ημι-κινηματικές μεθόδους, που εφαρμόζονται στη πράξη για γεωδαιτικές και τοπογραφικές εργασίες. Ως προς τις εφαρμογές χρήσης του GPS σε φωτογραμμετρικές εργασίες, εξετάζονται κυρίως οι δυνατότητες για το στάδιο εκτέλεσης των αεροφωτογραφήσεων και τους αεροτριγωνισμούς.
Notes:
1991
J Kouba, J Popelar, D Delikaraoglou (1991)  GPS Orbit Monitoring and Data Analysis in Canada   Advances in Space Research 11: 6. 193-196  
Abstract: The Geological Survey of Canada (GSC) and the Canada Centre for Surveying (CCS) are collaborating in a pilot project to operationally test a prototype Active Control System (ACS). Computer controlled T14100 GPS receivers have been set up at the Algonquin Radio Observatory (ARO), Ont., the Pacific Geoscience Centre (PGC), B.C. and the Yellowknife Seismological Station (YSS), NWT to collect GPS pseudorange and phase observations for satellites in common view and ground meteorological data. The operations are fully automated including regular daily data communications to processing facilities in Ottawa. The daily ARO-PGC baseline solutions based on broadcast orbits from December 1989 to June 1990 show an RMS repeatability of 0.7 - 1.1 rn corresponding to 0.3 ppm of the baseline length whereas RMS corrections to short arc orbits (positioned and oriented according to broadcast orbits) range from 5 to 51 m. The Selective Availability (SA) errors observed had the character of a second order Gauss-Markov process with a corresponding to about 0.1 m/s in range rate and correlation time of only 4.3 minutes.
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ Περιγράφονται τα αποτελέσματα της συνεργασίας της Γεωλογικής Υπηρεσίας του Καναδά και του Ομοσπονδιακού Κέντρου Τοπογραφίας του Καναδά σε ένα πιλοτικό έργο που αποσκοπεί στο να εξεταστεί η επιχειρησιακή λειτουργία ενός πρωτότυπου δικτύου ενεργών σταθμών GPS, το αποκαλούμενο Active Control System (ACS). Αυτό αποτελείται από GPS δέκτες TI-4100 που καθοδηγούνται αυτόματα από Η/Υ και έχουν εγκατασταθεί στο σταθμό VLBI του Algonquin Park (Algonquin Radio Observatory, ARO) στο Ontario, στο Pacific Geoscience Centre (PGC) στη British Columbia (δυτική ακτή του Καναδά) και στο σεισμολογικό σταθμό στο Yellowknife, North Western Territories συλλέγοντας σε 24η βάση μετρήσεις ψευδοαπόστασης και φάσης του φέροντος σήματος για τους κοινά ορατούς GPS δορυφόρους, καθώς και μετεωρολογικά δεδομένα. Οι διαδικασίες συλλογής και ανάλυσης των δεδομένων είναι πλήρως αυτοματοποιημένες συμπεριλαμβανομένων των καθημερινών μεταδόσεων των συλλεγμένων δεδομένων στις κεντρικές εγκαταστάσεις του συστήματος στην Οττάβα. Οι καθημερινές επιλύσεις των γεωδαιτικών βάσεων ARO-PGC βασισμένες στις εκπεμπόμενες τροχιακές εφημερίδες από τον Δεκέμβριο του 1989 μέχρι τον Ιούνιο του 1990 παρουσιάζουν επαναληπτικότητα στα αποτελέσματα της τάξης 0.7 – 1.1m (rms), που αντιστοιχεί σε 0.3 ppm της απόστασης μεταξύ των σταθμών, ενώ οι rms διορθώσεις σε μικρά τροχιακά τόξα (που τοποθετούνται και προσανατολίζονται σύμφωνα με τις εκπεμπόμενες τροχιές GPS) κυμαίνονται από 5 έως 51 m. Αναδεικνύεται ότι τα παρατηρηθέντα σφάλματα εξ αιτίας της Επιλεκτικής Διαθεσιμότητας (Selective Availability, SA) είχαν το χαρακτήρα μιας Gauss-Markov διαδικασίας δεύτερης τάξης με απόκλιση σ που αντιστοιχεί σε περίπου 0,1 m/s στο ρυθμό μεταβολής της απόστασης και χρόνο συσχετισμού μόνο 4.3 λεπτών.
1988
D Delikaraoglou (1988)  On the stochastic modelling of GPS ionospheric delays   Manuscripta Geodetica 14: 100-109 Nov.  
Abstract: There currently exist unanswered questions regarding the effects of increased ionospheric variability on Global Positioning System (GPS) carrier phase signals at the northern geomagnetic latitudes. The paper describes the experience gained while processing GPS carrier phase observations collected in the Canadian aurora region. In order to gain a better insight into the behaviour of the ionosphere and to enhance the modelling of the ionospheric delays experienced by the GPS carrier signals in these high latitude regions, we have tested the use of an autoregressive process (AR) model to approximate the observed ionospheric delays over typical GPS sessions (3-5 hours) and over short (<20 km) to medium lengh (<75 km) baselines. Numerical results using dual frequency TI-4100 observations from a three-day dataset show that an AR model generally of order 2 to 5 would reproduce the L1/L2 ionospheric delays observed at a station to an rms level of 4 cm or better under unusually adverse ionospheric conditions. It is shown that the technique is capable of correctly identifying the one- and half-cycle slips not detected during the normal pre-processing stage, in addition to showing remarkable adaptive properties even in the presence of sizeable gaps in the data. Potential alternative uses of this technique in the context of GPS data reductions are also outlined.
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ Η εν λόγω εργασία ασχολείται με βασικά ερωτήματα, που αφορούν την αυξημένη επίδραση της ιονόσφαιρας στις μετρήσεις φάσεις του φέροντος σήματος GPS στις βόρειες περιοχές του Καναδά, όπου παρατηρείται μεγάλη γεωμαγνητική δραστηριότητα. Παρουσιάζονται τα αποτελέσματα εκτεταμένων αναλύσεων μετρήσεων GPS, όπου για τη μοντελοποίηση των ιονοσφαιρικών καθυστερήσεων, για τυπικές περιόδους μετρήσεων από 2 μέχρι 5 ώρες και αποστάσεις μεταξύ σταθμών μικρότερες από 20 km μέχρι και 75 km, χρησιμοποιήθηκαν μαθηματικά μοντέλα βασισμένα σε αυτο-αναδρομικά (auto-regressive, AR) φίλτρα. Χρησιμοποιώντας δεδομένα GPS από τρεις διαφορετικές μέρες, με διαφορετικές συνθήκες μετρήσεων και ασυνήθιστα αντίξοες συνθήκες ιονοσφαιρικής αστάθειας (δηλ. περιόδους με υψηλούς δείκτες TEC (Total electron content) και VEC (Vertical electron content)). Κάτω από τις εν λόγω συνθήκες, τα αποτελέσματα των αναλύσεων έδειξαν ότι μοντέλα AR βαθμού 2 μέχρι 5, μπορούσαν να αναπαραγάγουν τις ιονοσφαιρικές καθυστερήσεις, όπως αυτές υπολογίστηκαν ανeξάρτητα από μετρήσεις GPS διπλής συχνότητας L1/L2, σε επίπεδα ακρίβειας (rms) ±4 cm ή και καλύτερα. Επιπλέον, αποδείκτηκε η δυνατότητα της χρησιμοποιούμενης μεθόδου, να εντοπίζει και να διορθώνει σφάλματα ολίσθησης (cycle slips) των ακεραίων κύκλων φάσης στις μετρήσεις GPS ακόμα και μεγέθους 0.5 - 1 cycle, τα οποία δεν εντοπίζονταν κατά τις προκαταρκτικές διαδικασίες αναγωγής των μετρήσεων GPS. Επίσης η προτεινόμενη τεχνική έδειξε αξιοσημείωτες δυνατότητες προσαρμογής στην ανίχνευση τέτοιων σφαλμάτων, ακόμα και κατά την παρουσία σημαντικών κενών στην αδιάλειπτη λήψη των σημάτων GPS (π.χ. λόγω της αυξημένης ιονοσφαιρικής δραστηριότητας). Τέλος περιγράφονται συνοπτικά ενδεχόμενες άλλες χρήσεις της προτεινόμενης τεχνικής, στα πλαίσια των μεθοδολογιών ανάλυσης μετρήσεων GPS.
1984
P Vanicek, R B Langley, D E Wells, D Delikaraoglou (1984)  Geometrical Aspects of Differential GPS Positioning   Bulletin Geodesique 58. 37-52  
Abstract: Differential GPS positioning is considered from the purely geometric point of view. The tetrahedron formed by two ground stations and two satellite locations is the basic geometrical building block for differential satellite positioning. Relationships between the various vectors involved in this tetrahedron are described. These relationships are used to develop linear mathematical models which relate the vector baseline between the two ground stations to various kinds of differential GPS observations. Geometrically, all proposed observation types can be considered as either differential range observations or differential range difference observations. In the absence of instrumental and refraction effects, it is found that differential range observations are geometrically superior to differential range difference observations. Some implications of these geometrical considerations to practical differential GPS positioning are discussed.
Notes: Also available (as a secured resource) from Springer in: http://www.springerlink.com/content/k1j61j3n40k68073/fulltext.pdf ΠΕΡΙΛΗΨΗ Η τεχνική σχετικού εντοπισμού με διαφορικό GPS παρουσιάζεται από καθαρά γεωμετρική άποψη. Το τετράεδρο, που σχηματίζεται από δύο επίγειους σταθμούς (που εκτελούν ταυτόχρονες μετρήσεις) και δύο δορυφόρους (ή δύο θέσεις του ίδιου δορυφόρου), αποτελεί το θεμελιώδες γεωμετρικό μπλοκ για τον σχετικό εντοπισμό σημείων. Παρουσιάζονται οι μαθηματικές (γεωμετρικές) σχέσεις μεταξύ των διαφόρων διανυσμάτων, που σχηματίζουν το εν λόγω τετράεδρο στο χώρο. Οι εν λόγω σχέσεις χρησιμοποιούνται για να αναπτυχθούν γραμμικά μαθηματικά μοντέλα, τα οποία συσχετίζουν τις γεωδαιτικές βάσεις μεταξύ των εκάστοτε δύο επιγείων σταθμών και διαφόρους τύπους παρατηρήσεων διαφορικού GPS. Από γεωμετρική άποψη δεικνύεται, ότι οι προτεινόμενοι τύποι παρατηρήσεων GPS, μπορούν να θεωρηθούν είτε ως παρατηρήσεις διαφορικών αποστάσεων είτε ως διαφορικές παρατηρήσεις διαφορών αποστάσεων (Doppler). Με την υπόθεση ότι οι μετρήσεις δεν επηρεάζονται από σφάλματα των δεκτών GPS και σφάλματα εξ αιτίας της ατμόσφαιρας, αποδεικνύεται ότι οι παρατηρήσεις διαφορικών αποστάσεων είναι γεωμετρικά καλύτερες (δηλ. αποφέρουν καλύτερα αποτελέσματα) από διαφορικές μετρήσεις διαφορών αποστάσεων (Doppler). Εξετάζονται λεπτομερώς ορισμένες πρακτικές απόρροιες των εν λόγω γεωμετρικών παραγόντων στην πράξη.
1982
D E Wells, P Vanicek, D Delikaraoglou (1982)  Marine Navigation with NAVSTAR/Global Positioning System (GPS) Today and in the Future   The Canadian Surveyor 36: (1). pp. 9-28, March  
Abstract: The principles of operation of the NAVSTAR/GPS system are described within the context of the more familiar shore-based radionavigation systems, and the of the TRANSIT satellite navigation system. The present GPS satellite constellation of up to 18 operational satellites are described. Some details of GPS signal structure, receiver operation,, and error models are given. Results of our simulations of 1980 GPS navigation performance off eastern Canada are presented. These indicate GPS is presently capable of providing 150 m or better real-time positioning for about 11 hours a day in this region. GPS performance in the future is discussed. (This is TELEFIX award winner paper given by the Canadian Institute of Surveying for the best paper published in 1982 in the Journal of Canadian Surveyor.)
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ Στην εν λόγω εργασία εξετάζονται οι αρχές λειτουργίας του συστήματος GPS, σε σχέση με τα πιο γνώριμα επίγεια συστήματα ραδιοπλοήγησης και του δορυφορικού συστήματος TRANSIT. Περιγράφεται ο τρέχων σχηματισμός από έξι πρωτότυπης γενιάς δορυφόρους GPS και ο προγραμματισμένος τελικός σχηματισμός από 18 επιχειρησιακούς δορυφόρους. Επιπλέον παρουσιάζονται λεπτομέρειες της δομής του δορυφορικού σήματος GPS, οι αρχές λειτουργίας των δεκτών και τα μοντέλα που χρησιμοποιούνται για τα σφάλματα των μετρήσεων. Η απόδοση του συστήματος, για εφαρμογές ναυσιπλοΐας στις ανατολικές ακτές του Καναδά, μελετήθηκε με αναλύσεις προσομοίωσης (simulation), τα αποτελέσματα των οποίων έδειξαν ότι ο τρέχων (1980) δορυφορικός σχηματισμός παρείχε δυνατότητες εντοπισμού θέσης, σε πραγματικό χρόνο, σε επίπεδα ακρίβειας ± 150 m ή και καλύτερα, για 11 περίπου ώρες ημερησίως στην εν λόγω περιοχή. (Η εν λόγω εργασία έλαβε το βραβείο TELEFIX από το Canadian Institute of Surveying ως το καλύτερο άρθρο που δημοσιεύτηκε το 1982 στο τεχνικό περιοδικό The Canadian Surveyor.)

Book chapters

2010
D Delikaraoglou, ฮ™ Mintourakis (2010)  On the merging of heterogeneous height data from SRTM, ICESat and Survey Control Monuments for establishing uniform and accurate vertical control in Greece: An Initial Assessment and Validation   In: "Gravity, Geoid and Earth Observation", International Association of Geodesy Symposia Series, Vol. 135 Edited by:Mertikas, S. Springer-Verlag, isbn:978-3-642-10633-0  
Abstract: Earth surface elevations can be utilized in a variety of applications including e.g. terrain reductions for accurate geoid modeling, assessment of the vertical accuracy of Digital Elevation Models (DEMs), geodetic monitoring and characterization of urban areas. In this paper we are concerned with the rigorous merging of heterogeneous height data for providing vertical control in Greece. We assess and validate the accuracy of 3”x3” SRTM grid elevations in Greece (a) by using a set of Survey Control Monuments (SCMs), used for geodynamic applications or for conventional ground geodetic control, and (b) by using an elevation dataset derived from the Geoscience Laser Altimeter System (GLAS) on the Ice, Cloud, and land Elevation Satellite (ICESat). In order to conduct a consistent comparison of these data sets we studied various datum and calibration issues, and used geoid undulations derived from the spherical harmonic representations of EGM96 and EGM08. We also used various interpolation schemes to calculate the SRTM grid elevations at the irregularly spaced SCMs and the ICESat’s footprint locations. Differences of the SRTM vis-à-vis SCM and ICESat elevations will be presented, together with a discussion of our findings regarding the various effects that influence any combination of these height data. The product may provide vertical georeferencing and associated height accuracy values which are deemed useful for numerous emerging applications such as environmental monitoring, remote sensing, lidar, and digital elevation modeling.
Notes: Mirror Link: http://mfi.re/?yymrzgmynqjzilz , http://www.survey.ntua.gr/geohopper/iCommons/ePubl_DDeli/DDeli_GGEO2008_Crete.pdf
I Mintourakis, D Delikaraoglou (2010)  Comparison between sea height GPS measurements and satellite altimetry data in the Aegean Sea in Greece. Implications for local geoid improvement   In: "Gravity, Geoid and Earth Observation", International Association of Geodesy Symposia Series, Vol. 135, Edited by:S. Mertikas. Spinger-Verlag, isbn:978-3-642-10633-0  
Abstract: We have conducted various experiments of sea surface height (SSH) measurements in Greece’s Aegean Sea using on-board kinematic GPS recordings and the KMSS04 satellite altimetry-derived mean sea surface for comparison. This area is of particular interest because of strong crustal movements due to intense tectonic activity that create significant local geoid variations. In this paper, we report on the results of separate SSH surveys that were conducted in three test areas, the first between the islands of Serifos, Sifnos and Milos, in the Cyclades islands, the second between the islands of Crete, Kasos and Karpathos, and the last between the islands of Skyros and Evia. Shipborne GPS data were collected on the Hellenic Navy’s Hydrographic Service vessel R/V NAUTILUS together with GPS data simultaneously collected at nearby mainland GPS reference stations. These high rate data were processed in kinematic mode using scientific GPS software and related to SSH observations, thus allowing us to obtain maps of the instantaneous sea surface, which was estimated with a precision at the level of a few centimeters. Tidal recordings from nearby tidal stations provided us with the required tidal corrections for the reduction of the GPS-derived SSHs to mean sea level (MSL). The end result, following a filtering process, a cross over adjustment and gridding of the pointwise SSH observations in each test area, was to obtain local maps of the mean sea surface (MSS), which can be compared with the available KMSS04 global solution for the MSS. To examine further the MSS-related results that we observed in these experiments, we compared both the GPS-derived and the KMSS04-related MSS with JASON-1 radar altimetry and ICEsat laser altimetry data over the same areas. We show that the SSHs derived from the GPS ship surveys, when carefully analyzed and applying suitable filtering techniques and necessary corrections for the Dynamic Ocean Topography (DOT) can provide enhanced shorter wavelength components of the local geoid and thus could help in the geodynamical understanding of the Aegean Sea area. This is illustrated with additional comparisons that were carried out with the EGM96 and EGM08 global geoid models, in order to reveal any significant differences, mainly in the short wavelength domain, when compared to the aforementioned local geoid models computed from purely GPS-derived SSH data.
Notes: Mirror link: http://mfi.re/?ml3z23moynd1d4r , http://www.survey.ntua.gr/geohopper/iCommons/ePubl_DDeli/DDeli_GGEO2008-IM_Crete.pdf
2009
ฮ” ฮ”ฮตฮปฮทฮบฮฑฯฮฌฮฟฮณฮปฮฟฯ…, ฮ› ฮคฯƒฮฟฯฮปฮฟฯ‚ (2009)  ฮ“ฮ•ฮฉฮ ฮ›ฮ—ฮกฮŸฮฆฮŸฮกฮ™ฮšฮ— - ฮ“ฮ•ฮฉฮคฮŸฮ ฮŸฮฃ: ฮœฮนฮฑ ฮ’ฮฌฯƒฮท ฮ“ฮตฯ‰ฮณฮฝฯŽฯƒฮทฯ‚ ฮณฮนฮฑ ฯ„ฮฟฮฝ ฮ‘ฮณฯฮฟฮฝฯŒฮผฮฟ ฮคฮฟฯ€ฮฟฮณฯฮฌฯ†ฮฟ ฮœฮทฯ‡ฮฑฮฝฮนฮบฯŒ (paper in Greek; Geoinformatics - Geotopos: A Knowledge database for the Surveying Engineering Professional)   In: ฮคฮฟ ฮ•ฮœฮ  ฯƒฯ„ฮทฮฝ ฮ ฯฯ‰ฯ„ฮฟฯ€ฮฟฯฮฏฮฑ ฯ„ฮทฯ‚ ฮˆฯฮตฯ…ฮฝฮฑฯ‚ ฮบฮฑฮน ฮคฮตฯ‡ฮฝฮฟฮปฮฟฮณฮฏฮฑฯ‚, 3-4 ฮ”ฮตฮบ. 2008, ฮ•ฮบฮดฯŒฯƒฮตฮนฯ‚ ฮ•ฮธฮฝฮนฮบฮฟฯ ฮœฮตฯ„ฯƒฯŒฮฒฮนฮฟฯ… ฮ ฮฟฮปฯ…ฯ„ฮตฯ‡ฮฝฮตฮฏฮฟฯ…  
Abstract: Ο ΓΕΩΤΟΠΟΣ είναι το αποτέλεσμα μιας ερευνητικής δράσης στη Σχολή Αγρονόμων Τοπογράφων Μηχανικών (ΣΑΤΜ) του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (ΕΜΠ), η οποία αποσκοπεί στην σταδιακή υλοποίηση ενός νέου “μαθησιακού περιβάλλοντος” βασισμένου στις ψηφιακές τεχνολογίες και στα δίκτυα επικοινωνίας, που θα παρέχει ποικιλόμορφο διδακτικό ψηφιακό υλικό και κατάλληλα εργαλεία, πραγματικά δεδομένα και ηλεκτρονικά συμπληρώματα στην παραδοσιακή κατάρτιση των Τοπογράφων Μηχανικών. Αποτελεί ουσιαστικά μια ψηφιακή Βάση Γεωγνώσης, κατά τα πρότυπα των ψηφιακών βιβλιοθηκών, που εμπεριέχει αποτελεσματικά συστήματα ταξινόμησης και άλλα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που επιτρέπουν να βελτιωθεί η ποσότητα και η ποιότητα του διαθέσιμου ψηφιακού υλικού διδασκαλίας και εκμάθησης και συνεπώς να επιτραπούν νέες δυνατότητες διάδοσης έγκυρης και επίκαιρης γεωεπιστημονικής γνώσης. Απαραίτητη προϋπόθεση για την επίτευξη αυτών των στόχων είναι η καθιέρωση μιας βιώσιμης και ενεργούς υποδομής για την ανάπτυξη τεχνικών παραγωγής, ανάλυσης, πρόσβασης και εξόρυξης γνώσης, ώστε να διευκολυνθεί η άμεση υλοποίηση νέων καινοτόμων εκπαιδευτικών πρακτικών και των σύγχρονων παιδαγωγικών προσεγγίσεων που επιτρέπουν οι σημερινές εξελίξεις της Πληροφορικής και των τεχνολογιών επικοινωνίας.
Notes: Special Anniversary Volume for the 170 years of exellence in education by the National Technical University of Athens
G Manoussakis, D Delikaraoglou, G Ferentinos (2009)  An Alternative Approach for the Determination of Orthometric Heights Using a Circular-Arc Approximation for the Plumbline   In: Observing our Changing Earth, Proc. of the IAG General Assembly, Perugia, Italy, July 2 - 13, 2007, IAG Symposia , Vol. 133 Edited by:Sideris, Michael G. (Ed.). pp. 245-252, Springer-Verlag, ISBN: 978-3-540-85425-8  
Abstract: The orthometric height is the distance, measured positive outwards along the plumbline, from the geoid to a point of interest usually situated on the Earth’s topographic surface. According to its “classical definition”, it can be computed from the geopotential number of a point, using the mean value of the Earth’s gravity acceleration along the plumbline within the topography (i.e. between the geoid and the Earth’s surface). Hence, the main problem in the rigorous definition of an orthometric height reduces to the accurate evaluation of the mean value of the Earth's gravity acceleration along the plumbline. Alternatively, recent efforts concentrate on the determination of orthometric heights from GPS derived geodetic heights (above the ellipsoid) and geoid undulations derived from detailed local geoid models using the familiar Stokes integration or FFT techniques. In this paper, we seek to determine the orthometric height from the knowledge of the geodetic (ellipsoidal) height and a representation for the gravity field at the surface point and without any information about the topographic mass distribution. We show that a rigorous and accurate determination of the orthometric height of a point on the Earth’s surface can be made by a methodology which relates the orthometric height with the geopotential number C, the magnitude of the gravity vector , and the curvature k of the plumbline, all determined at the point of interest on the physical surface. The required geopotential number C is computed through the evaluation of the Earth’s gravity potential W from one of the available Global Geopotential Models (GGMs) in spherical harmonics, while and k are computed by suitable analytical formulae which use the first and second partial derivatives of the disturbing potential T (Eötvos components) and the normal potential U accordingly. An overview is given of the steps involved in the computational process and the assumptions made. This rigorous approach was tested using different Global Geopotential Models (e.g. EGM96, GPM98CR, and recent models from the CHAMP and GRACE missions, such the EIGEN-GL03C and EIGEN-CG04C set of harmonic coefficients) and an extensive GPS/Leveling dataset on benchmarks in the USA. Results from these comparisons are presented for the larger part of the conterminous United States in non-mountainous areas (with orthometric heights ranging from zero up to 1200 m). They demonstrate that generally the differences between the these rigorously determined orthometric heights and actual orthometric heights from geodetic leveling typically range from a few centimeters and up to 3 decimeters, thus showing the viability of the methodology and its future promise as new and continually improving geopotential models from the CHAMP/GRACE and GOCE missions become available to be used for this purpose. Plans for future work will also be given.
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ Το ορθομετρικό υψόμετρο είναι η απόσταση, που μετράται θετικά προς το εξωτερικό της γήινης επιφάνειας κατά μήκος της γραμμής της κατακορύφου, από το γεωειδές σε ένα σημείο ενδιαφέροντος που είναι συνήθως στη γήινη τοπογραφική επιφάνεια. Σύμφωνα με τον "κλασσικό" ορισμό του, μπορεί να υπολογιστεί από το γεωδυναμικό αριθμό ενός σημείου, χρησιμοποιώντας τη μέση τιμή της επιτάχυνσης της γήινης βαρύτητας κατά μήκος της γραμμής της κατακορύφου στο εσωτερικό της Γης (δηλ. μεταξύ του γεωειδούς και της γήινης επιφάνειας). Ως εκ τούτου, το κύριο πρόβλημα στον αυστηρό καθορισμό ενός ορθομετρικού υψομέτρου συνίσταται στον ακριβή υπολογισμό της μέσης τιμής της επιτάχυνσης της γήινης βαρύτητας κατά μήκος της γραμμής της κατακορύφου. Εναλλακτικά, οι πρόσφατες προσπάθειες επικεντρώνονται στον προσδιορισμό των ορθομετρικών υψομέτρων από τα παραγόμενα από τις μεθόδους GPS γεωδαιτικά υψόμετρα (επάνω από το ελλειψοειδές) και αποκλίσεις του γεωειδούς που προέρχονται από τα λεπτομερή τοπικά μοντέλα του γεωειδούς υπολογισμένα με μεθόδους όπως του Stokes ή τις τεχνικές FFT. Σε αυτή την εργασία, επιδιώκεται να καθορισθεί το ορθομετρικό υψόμετρο ενός σημείου ενδιαφέροντος στην γήινη επιφάνεια από τη γνώση του γεωδαιτικού του (γεωμετρικού) υψομέτρου και ένα αντιπροσωπευτικό μοντέλο του πεδίου βαρύτητας και χωρίς οποιεσδήποτε πληροφορίες για την τοπογραφική κατανομή των γήινων υπεδάφιων μαζών. Αναδεικνύεται ότι ένας αυστηρός και ακριβής προσδιορισμός του ορθομετρικού υψομέτρου ενός σημείου στη γήινη επιφάνεια μπορεί να γίνει από μια μεθοδολογία που συνδέει το ορθομετρικό υψόμετρο με τον γεωδυναμικό αριθμό C, την ένταση του διανύσματος βαρύτητας , και την κυρτότητα k της γραμμής της κατακορύφου, που όλα καθορίζονται στο σημείο ενδιαφέροντος στη φυσική επιφάνεια. Ο απαραίτητος γεωδυναμικός αριθμός C υπολογίζεται μέσω του δυναμικού W της γήινης βαρύτητας από οποιοδήποτε από τα διαθέσιμα μοντέλα του γήινου δυναμικού σε σφαιρικές αρμονικές, ενώ τα και k υπολογίζεται από κατάλληλους αναλυτικούς τύπους που χρησιμοποιούν τις πρώτες και δεύτερες μερικές παραγώγους του διαταρακτικού δυναμικού Τ (τις συνιστώσες Eötvos) και το κανονικό δυναμικό U. Παρουσιάζεται μια επισκόπηση των επιμέρους διεργασιών που περιλαμβάνονται στην υπολογιστική διαδικασία και των υποθέσεων στις οποίες βασίζεται η μέθοδος. Αυτή η αυστηρή προσέγγιση εξετάστηκε χρησιμοποιώντας διαφορετικά μοντέλα του γήινου δυναμικού σε σφαιρικές αρμονικές (π.χ. EGM96, GPM98CR, και πρόσφατα μοντέλα από τις αποστολές CHAMP και GRACE, όπως τα μοντέλα EIGEN-CG03C και EIGEN-CL04C αρμονικών συντελεστών) και ένα εκτενές σετ δεδομένων από GPS και χωροσταθμικά υψόμετρα στις ΗΠΑ. Τα αποτελέσματα από αυτές τις συγκρίσεις παρουσιάζεται για το μεγαλύτερο μέρος των όμορων Ηνωμένων Πολιτειών στις μη-ορεινές περιοχές (με ορθομετρικά υψόμετρα μέχρι 1200 μ). Δεικνύεται ότι γενικά οι διαφορές μεταξύ των αυτών των αυστηρά καθορισμένων ορθομετρικών υψομέτρων και των ορθομετρικών υψομέτρων από γεωδαιτική χωροστάθμηση διαφέρουν από μερικά και μέχρι 30 εκατοστόμετρα, υποστηρίζοντας κατά συνέπεια την αξιοπιστία της μεθοδολογίας και της μελλοντικής δυνατότητας βελτίωσης των αποτελεσμάτων από τη χρήση ακόμα πιο ακριβέστερων μοντέλων του γήινου πεδίου βαρύτητας που αναμένονται στο άμεσο μέλλον από τις αποστολές CHAMP/GRACE και την επερχόμενη αποστολή GOCE.
2006
D Delikaraoglou, H Billiris, D Paradissis, P C England, B Parsons, P J Clarke (2006)  Geodetic Measurments in the Aegean Sea Region for the Detection of Crustal Deformation   In: Special Volume of the NATO Science Series 'The Adria Microplate: GPS Geodesy, Tectonics and Hazards' Edited by:N. Pinter, G. Grenerczy, J. Weber, S. Stein and D. Medak. 287-304 Kluwer Academic Publishers  
Abstract: Greece and the Aegean Sea form part of one of the most rapidly deforming areas of the Earth's surface and are characterized by a high level of intra-plate seismicity in comparison to neighboring regions. AEGEANET is a geodetic network that we have established in order to consistently measure the geodetic strain in the broader Aegean Sea region, including parts of the Greek mainland and spanning several areas of known fault systems. Our measurements so far span approximately 4- and 42-year periods up to 1997 using a combination of old triangulation/trilateration-derived coordinates and repeated GPS observations at various subsets of the stations of this network. The observed displacements reflect the present-day tectonic deformation of the region, showing more than one meter of north-south extension across the network. The crust in this region appears to contain a few relatively rigid blocks separated by more rapidly deforming zones. This conclusion is supported by the velocity and strain fields that we have estimated for six sub-regions, which provide a more detailed view of the crustal deformation in this region. ΠΕΡΙΛΗΨΗ Η παρούσα εργασία αποτέλεσε αντικείμενο παρουσίασης σε πρόσκληση από τους διοργανωτές ειδικού συνεδρίου του ΝΑΤΟ (Advanced Research Workshop) με θέμα “The Adria Microplate: GPS Geodesy, Tectonics and Hazards”, στο Veszprem, Hungary, 4-7 Απριλίου, 2004. Παρουσιάζει τα αποτελέσματα διαχρονικών μετρήσεων GPS και συμβατικών γεωδαιτικών παρατηρήσεων που έχουν συλλεχθεί στα πλαίσια σειράς ερευνητικών προγραμμάτων του Εργαστηρίου Ανώτερης Γεωδαισίας της ΣΑΤΜ/ΕΜΠ για τη μελέτη των τεκτονικών μικρομετακινήσεων και παραμορφώσεων και την εν γένει γεωφυσική συμπεριφορά της μικροπλάκας του Αιγαίου. Η εργασία εστιάζει στα στάδια σχεδιασμού και υλοποίησης, στο ρόλο και στη σημασία του γεωδαιτικού δικτύου AEGEANET που αποτελείται από 100 περίπου σταθμούς και καλύπτει την ευρύτερη περιοχή του Αιγαίου (συμπεριλαμβανομένου και μέρους της Θράκης και της Δυτικής Μακεδονίας). Η εν λόγω περιοχή χαρακτηρίζεται από ένα υψηλό επίπεδο γεωδυναμικής δραστηριότητας σε σύγκριση με τις γειτονικές περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου εξ αιτίας πολλών γνωστών τεκτονικών ρηγμάτων που έχουν αποτελέσει στο πρόσφατο παρελθόν πηγή μερικών από τους πλέον ισχυρούς σεισμούς της περιοχής. Οι μετρήσεις που αναλύθηκαν οδήγησαν σε μοντέλα του πεδίου των ταχυτήτων μικρομετακίνησης και των ελλείψεων της οριζόντιας παραμόρφωσης σε διάφορα τμήματα (blocks) της μικροπλάκας του Αιγαίου σε σχέση με τη θεωρούμενη ως ακίνητη τεκτονική πλάκα της Ευρώπης. Από τα αποτελέσματα εξάγεται το συμπερασμα ότι ο στερεός γήινος φλοιός στην εν λόγω ευρύτερη περιοχή του Αιγαίου εμφανίζεται να περιέχει μερικά αργά παραμορφούμενα τεκτονικά μπλόκ που χωρίζονται από ζώνες ταχύτερης παραμόρφωσης. Επιπλέον από τις συγκρίσεις του GPS με τις συμβατικές γεωδαιτικές μετρήσεις, καταδεικνύεται η δυνατότητα υπολογισμού της μακροπρόθεσμης παραμόρφωσης του γήινου φλοιού, ενώ από τις συγκρίσεις πιο πρόσφατων διαχρονικών μετρήσεων GPS καταδεικνύεται ότι είναι δυνατόν να υπολογισθούν με αξιοπιστία οι βραχυπρόθεσμες παραμορφώσεις τοπικών περιοχών που εκτείνονται σε μερικές δεκάδες χιλιόμετρα.
Notes: Also available (as a secured resource) from Springer in: http://www.springerlink.com/content/ru3432v775661v33/fulltext.pdf
1997
D Delikaraoglou (1997)  GPS-assisted Operations in Support of the New Hellenic Cadastre System: Experiences to Date   In: H ฮ“ฮท ฮบฮฑฮน ฯ„ฮฟ ฮฃฯฮผฯ€ฮฑฮฝ Edited by:ฮ“. Aฯƒฯ„ฮตฯฮนฮฌฮดฮทฯ‚, K. Kฮฑฯ„ฯƒฮฌฮผฯ€ฮฑฮปฮฟฯ‚, M.E. Kฮฟฮฝฯ„ฮฑฮดฮฌฮบฮทฯ‚, A. Mฯ€ฮฑฮฝฯ„ฮญฮปฮฑฯ‚, A. ฮ ฮฑฯ€ฮฑฮดฮทฮผฮทฯ„ฯฮฏฮฟฯ…, H.N. TฮถฮนฮฑฮฒฯŒฯ‚. 379-390 ฮ•ฮšฮดฯŒฯƒฮตฮนฯ‚ ฮ–ฮ—ฮคฮ—  
Abstract: As part of the Hellenic Cadastre Programme, the Hellenic Mapping anf Cadastre Organization is currently conducting several pilot mapping projects in difference areas of Greece. For all these projects accurate survey control is required in order to provide 3D coordinates for photo-control points and for establishing accurate control networks which will be used eventually for all topographic and cartographic activities in each pilot area. The use of Global Positioning System (GPS) has highlighted significant advantages over conventional surveying, particularly in providing logistics flexibility and cost savings. The paper summarizes the experiences gained to date from our involvement in various GPS-assisted operations in support of these pilot projects. Emphasis is given in outlining the strategic approach followed in each specific situation and brief results from one pilot project are presented in order to provide a general picture of the GPS performance achieved in these operations. Reference to ways of benefiting more from the use of GPS by improving further some specific tasks of the mapping process are also presented. ΠΕΡΙΛΗΨΗ Στα πλαίσια του προγράμματος του Εθνικού Κτηματολογίου, για τις τοπογραφικές και χαρτογραφικές ανάγκες κάθε έργου κτηματογράφησης απαιτούνται τρισδιάστατες συντεταγμένες, τόσο για τον προσδιορισμό φωτοσταθερών για τους αεροτριγωνισμούς και τις φωτογραμμετρικές αποδόσεις, όσο και για την ίδρυση τοπικών δικτύων ελέγχου. Η παρούσα εργασία παρουσιάζει τις τρέχουσες εμπειρίες από τη χρήση του GPS σε ορισμένα από τα πιλοτικά έργα του Κτηματολογίου. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στις στρατηγικές προσεγγίσεις που ακολουθήθηκαν, όσον αφορά τη χρήση του GPS, για τα συγκεκριμένα προβλήματα κάθε περιοχής και παρουσιάζονται περιληπτικά αποτελέσματα, ώστε να δοθεί μια σφαιρική εικόνα της αποδοτικότητας του GPS (π.χ. ακρίβεια, πρακτικές δυσκολίες κλπ.). Επίσης γίνεται αναφορά στους τρόπους με τους οποίους το GPS θα μπορούσε να βελτιώσει περαιτέρω τις εργασίες του Κτηματολογίου, με τη χρήση μερικών προηγμένων διαδικασιών και συστημάτων εφαρμογής του.
Notes: Η εν λόγω εργασία αποτελεί συνεισφορά στον Τιμητικό Τόμο για το έργο του Kαθηγητή Λ. Mαυρίδη, ΤΑΤΜ, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
1989
D Delikaraoglou, F Lahaye (1989)  Optimization of GPS Theory, Techniques and Operational Systems: Progress and Prospects   In: Global Positioning System: An Overview Edited by:Y. Bock and N. Leppard. 280-239 International Association of Geodesy (IAG) Springer-Verlag, New York  
Abstract: The objectives of future GPS-based geodetic systems have often been summarized as being twiforld: (a) to provide accurate positions (up tp 100s of kilometers with sub-decimeter accuracy, and at 10s of kilometers to less than 1-3 cm level) for the thousands of horizontal and vertical control points that comprise the current national geodetic databases in support of topographic mapping efforts and the growing need for better geodetic control for multipurpose cadastre systems; and (b) to measure vector baselines up to intercontinental distances with an accuracy better than 0.01 part per million and to apply this capability to the study of tectonic and crustal deformations. A conceivable strategy to meet such diverse needs mest be essentially tree-tiered: first, the higher level being the optimazation of methodologies and strategies for high precision orbit and positioning determinations of GPS-based geodetic measurements, including the optimal configurations for unified determination of orbits, station coordinates and other geodetic parameters from regional and local networks of various scales and geometries; second, the intermediate level being the compensation for a variety of natural and intentional errors that may affect positioning accuracy and the provision of mechanisms to monitor the integrity of the GPS system for potentially abnormal situations which might occur during routine operations; and finally, the lower level, the extension of classical network analyses, particularly with regard to designing tools capable of providing the information necessary to access the accuracy and cost consequences associated with network observation strategies involving simultaneous deployment of several GPS receivers and the consolidation of various GPS surveying projects or subnetworks into homogeneous networks. In this paper, an overview is presented of the status of current investigations relating to the optimization of methods with respect to the measurement operations, the general mathematical models, and the data analysis techniques applicable to GPS and its combination with othe measuring systems. Practical examples are used to illustrate how the continuous refinement of such metholologies can lead to the continuous refinement of such methodologies can lead to the continuous improvement in the accuracy of baseline determinations and satellite orbits, achievable under most observing conditions.
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ Στην εν λόγω εργασία γίνεται μια συνοπτική παρουσίαση για τις τρέχουσες έρευνες που σχετίζονται με την βελτιστοποίηση των διαφόρων τεχνικών χρήσης του GPS, όσον αφορά τις διαδικασίες μετρήσεων, τα μαθηματικά μοντέλα ανάλυσης μετρήσεων GPS αυτούσια ή σε συνδυασμό με μετρήσεις από άλλα συστήματα εντοπισμού. Παρουσιάζονται συγκεκριμένα πρακτικά αποτελέσματα, που ερμηνεύουν, πως η συνεχής βελτίωση των αναφερόμενων μεθοδολογιών μπορεί να οδηγήσει σε αντίστοιχες βελτιώσεις στον προσδιορισμό με υψηλή ακρίβεια γεωδαιτικών βάσεων (πρακτικά ανεξάρτητα από το μήκος τους) και των δορυφορικών τροχιών GPS, κάτω από σχεδόν οποιεσδήποτε συνθήκες. Η εργασία συμπεραίνει, ότι οποιαδήποτε στρατηγική για να αντιμετωπιστούν οι απαιτήσεις ακρίβειας από μερικά mm (για γεωδαιτικές βάσεις < 10 km) μέχρι μερικά ppm (για γεωδαιτικές βάσεις μέχρι και μερικών δεκάδων χιλιομέτρων) οφείλει να στηριχθεί σε τρία επίπεδα ενεργειών: (1) Στο υψηλότερο επίπεδο, επιδιώκοντας τη βελτιστοποίηση των μεθόδων, που επιτρέπουν την ενιαία (ταυτόχρονη) επίλυση γεωδαιτικών βάσεων (ή συντεταγμένων των σταθμών), τον προσδιορισμό των τροχιών GPS και άλλων γεωδαιτικών παραμέτρων ενδιαφέροντος, από κατάλληλα γεωδαιτικά δίκτυα διαφορετικού μεγέθους (π.χ., τοπικής μέχρι διηπειρωτικής έκτασης) και γεωμετρίας. (2) Σε ενδιάμεσο επίπεδο, στην αντιστάθμιση (π.χ. μέσα από κατάλληλη μοντελοποίηση) των φυσικών και εσκεμμένων (τεχνητών) σφαλμάτων που επηρεάζουν τις μετρήσεις GPS και εφαρμόζοντας διαδικασίες ή μεθόδους παρακολούθησης της απόδοσης των μετρήσεων GPS κατά τη διάρκεια συλλογής τους, ώστε να επισημαίνονται τυχόν ανώμαλες συνθήκες λειτουργίας του συστήματος. (3) Στο κατώτερο επίπεδο, στην επέκταση παραδοσιακών τεχνικών ίδρυσης δικτύων, επωφελούμενοι από την ταυτόχρονη χρήση πολλών δεκτών GPS και την ενοποίηση των διαφόρων επιμέρους δικτύων GPS σε ενιαία δίκτυα ομοιογενούς ακρίβειας.
1984
D Delikaraoglou (1984)  Estimability analyses of the free networks of differential range observations to GPS satellites   In: Optimization of geodetic networks Edited by:E. Grafarend, F. Sanso. Springer - Verlag, ISBN 0-387-15739-5, New York and Berlin  
Abstract: Traditionally in geodesy, the analysis of geodetic networks established with the use of satellite methods follows three steps: (1) the orbits of the satellites used are calculated from measurements collected from ground reference stations whose coordinates are known with high accuracy. (2) These orbits are considered known or with a few small errors and are used for determining the coordinates of other stations, using measurements from the same satellites. (3) The above procedures are repeated as additional measurements are becoming available. This work focuses on the direct relationship between these procedures and the risks posed, if the necessary constraints in the parameters being calculated from the available measurements are not properly taken into account, so that the results to be reported in the desired reference coordinate system. For example, it is known that satellite measurements e.g. of ranges to the satellites or Doppler do not contain their own information, which can tie the degrees of freedom within a network, established by satellite measurements, in terms of displacement or rotation or respectively the shape of the network, if one does not take simultaneous measurements from a minimum number of terrestrial stations. Those problems are examined in detail for the case of setting up networks using measurements Differential GPS (i.e. through relative positioning). We present geometric models that link various parameters of interest, such as coordinates of stations and satellites and non-geometric parameters, such as time scale errors or atmospheric effects and examine in detail the necessary conditions that are required to be fulfilled (such as to the number of the stations and satellites used) so that to avoid the so-called "datum-defects", "configuration-defects" and "ill-conditioning-defects". Defining the necessary individual conditions, we show that one may arrive to using the best observing techniques and the optimum deployment of receivers in the field so as to achieve the establishment of strong networks in terms of homogeneous accuracy throughout the entire network of interest.
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ Παραδοσιακά στη γεωδαισία, η ανάλυση δικτύων,, που ιδρύονται με τη χρήση δορυφορικών μεθόδων, ακολουθεί τρια συγκεκριμένα στάδια: (1) οι τροχιές των χρησιμοποιούμενων δορυφόρων υπολογίζονται από μετρήσεις που συλλέγονται σε επίγειους σταθμούς αναφοράς,, των οποίων οι συντεταγμένες είναι γνωστές με ακρίβεια. (2) Οι εν λόγω τροχιές θεωρούνται γνωστές ή με κάποια μικρά σφάλματα και χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό των συντεταγμένων άλλων σταθμών, που χρησιμοποιούν μετρήσεις από τους ίδιους δορυφόρους. (3) Οι παραπάνω διαδικασίες επαναλαμβάνονται όσο γίνονται επιπλέον μετρήσεις. Η εν λόγω εργασία εστιάζει στην άμεση σχέση των εν λόγω διαδικασιών και τους κινδύνους, που εγκυμονούν, αν δεν ληφθούν κατάλληλα υπόψη οι απαραίτητες δεσμεύσεις στις παραμέτρους, που υπολογίζονται από τις διαθέσιμες μετρήσεις, ώστε τα αποτελέσματα να αναφέρονται στο εκάστοτε επιθυμητό σύστημα αναφοράς. Π.χ. είναι γνωστό ότι δορυφορικές μετρήσεις όπως μετρήσεις αποστάσεων ή Doppler δεν περιέχουν εξ ιδίων πληροφορία, που να δεσμεύει τους βαθμούς ελευθερίας ως προς την μετατόπιση ή την περιστροφή ένος δικτύου, που ιδρύεται από δορυφορικές μετρήσεις, ή αντίστοιχα ως προς το σχήμα ένος δικτύου, αν δεν εκτελούνται ταυτόχρονες μετρήσεις από ένα ελάχιστο αριθμό επιγείων σταθμών. Τα εν λόγω προβλήματα εξετάζονται λεπτομερώς για τη περίπτωση ίδρυσης δικτύων, με τη χρήση μετρήσεων διαφορικού GPS (σχετικού εντοπισμού). Παρουσιάζονται γεωμετρικά μοντέλα τα οποία συνδέουν παραμέτρους ενδιαφέροντος, όπως οι συντεταγμένες των επιγείων σταθμών και των δορυφόρων, καθώς και μη-γεωμετρικών παραμέτρων, όπως σφάλματα των χρονομέτρων ή της ατμόσφαιρας και εξετάζονται λεπτομερώς οι απαραίτητες συνθήκες, που πρέπει να πληρούνται (π.χ. ως προς τον αριθμό των χρησιμοποιούμενων επιγείων σταθμών και δορυφόρων), ώστε να αποφεύγονται τα λεγόμενα "datum-defects", "configuration-defects" και "ill-conditioning-defects". Καθορίζοντας τις εκάστοτε απαραίτητες συνθήκες, είναι δυνατόν να οδηγηθεί κανείς σε βέλτιστες τεχνικές χρήσης και μετακίνησης των δεκτών στο πεδίο, ώστε να επιτυγχάνεται η ίδρυση ισχυρών δικτύων (π.χ. με ομοιογένεια ακρίβειας).
1983
D Delikaraoglou (1983)  Adjustment and Filtering of SEASAT Altimetry with the Least Squares Response Technique   In: The Geodetic Features of the Ocean Surface and their implications 192-221 Marine Geophysical Researches 7, Reidel Publ. Co. 0025-3235 (Print) 1573-0581 (Online)  
Abstract: The least squares response technique has been applied to SEASAT altimetry data for the adjustment and filtering of individual profiles without the use of standard crossover analyses. Based on a multichannnel input-single output model the technique allows a straightforward multi-correlation of the altimetry information with different types of forcing inputs. In addition, it can account for other known constituents such as datum biases, linear trends, periodic constituents of known periods and arbitrary defined user-specified functions. In this pape, results of this approach are compared with geoid profiles computed from standard geopotential models such as GEM-10B which show a consistently good agreement with rms differences found at the level of the errors at long wavelengths of the geoid model used. ΠΕΡΙΛΗΨΗ Στην εν λόγω εργασία εφαρμόζεται η μέθοδος LSRT (Least Squares Response Technique) για την ανάλυση μετρήσεων δορυφορικής αλτιμετρίας, με σκοπό τη συνόρθωση και φιλτράρισμα αλτιμετρικών μετρήσεων, κατά μήκος του ίχνους των δορυφορικών τόξων, στην επιφάνεια των ωκεανών (altimetric profiles), χωρίς τη χρήση της παραδοσιακής μεθοδολογίας των δεσμεύσεων τμήσης των αλτιμετρικών προφίλ (crossover constraints). Βασισμένη σε ένα μοντέλο φίλτρου πολλαπλής-εισόδου απλής-εξόδου, η προτεινόμενη τεχνική επιτρέπει την απευθείας συσχέτιση (και εξαγωγή) της πληροφορίας, που περιέχουν οι μετρήσεις αλτιμετρίας με διαφορετικούς τύπους επιδρώντων στους ωκεανούς παραγόντων (π.χ., ατμοσφαιρική θερμοκρασία και πίεση, άνεμοι), καθώς και των σφαλμάτων που επηρεάζουν τις μετρήσεις αλτιμετρίας (π.χ. σφάλματα των δορυφορικών τροχιών, γνωστές μεταβολές του γεωειδούς, παλίρροιες, κλπ.). Επιπλέον, επιτρέπει την μοντελοποίηση άλλων σφαλμάτων, όπως σφάλματα datum, σφάλματα γραμμικού ή περιοδικού χαρακτήρα, ή άλλης μορφής που καθορίζεται από τον χρήστη. Παρουσιάζονται αναλυτικά αποτελέσματα της εν λόγω τεχνικής και συγκρίνονται συνορθωμένα αλτιμετρικά προφίλ με αντίστοιχα προφίλ του γεωειδούς, που υπολογίστηκαν από μοντέλα σφαιρικών αρμονικών συντελεστών, όπως το GEM-10B. Οι παρατηρούμενες διαφορές ήταν στα επίπεδα 0.23-0.40 m (rms), που αποτελούν και το όριο ακρίβειας (σε long wavelength) του μοντέλου του γεωειδούς που χρησιμοποιήθηκε.
Notes: Also available online (as secured resource) from Springer in: http://www.springerlink.com/index/Y23N62V07547Q320.pdf and http://www.springerlink.com/content/y23n62v07547q320/fulltext.pdf

Conference papers

2010
ฮ” ฮ”ฮตฮปฮทฮบฮฑฯฮฌฮฟฮณฮปฮฟฯ…, ฮฃ ฮ”ฮตฮปฮทฮบฮฑฯฮฌฮฟฮณฮปฮฟฯ… (2010)  ฮงฮฑฯฯ„ฮฟฮณฯฮฌฯ†ฮทฯƒฮท ฯ„ฮฟฯ… ฮตฮปฮปฮทฮฝฮนฮบฮฟฯ ฮธฮฑฮปฮฌฯƒฯƒฮนฮฟฯ… ฯ‡ฯŽฯฮฟฯ… ฯƒฯ„ฮฑ ฯ€ฮปฮฑฮฏฯƒฮนฮฑ ฮตฮฝฯŒฯ‚ ฯƒฯ‡ฮตฮดฮฏฮฟฯ… ฮดฯฮฌฯƒฮทฯ‚ ฮผฮต ฮฑฮฝฯ„ฮนฮบฮตฮฏฮผฮตฮฝฮฟ ฯ„ฮทฮฝ ฮฟฮปฮฟฮบฮปฮทฯฯ‰ฮผฮญฮฝฮท ฮธฮฑฮปฮฌฯƒฯƒฮนฮฑ ฯ€ฮฟฮปฮนฯ„ฮนฮบฮฎ - ฮ— ฯƒฯ…ฮฝฮตฮนฯƒฯ†ฮฟฯฮฌ ฯ„ฯ‰ฮฝ ฮฑฮปฯ„ฮนฮผฮตฯ„ฯฮนฮบฯŽฮฝ ฮณฮตฯ‰ฮดฮฑฮนฯ„ฮนฮบฯŽฮฝ ฮดฮฟฯฯ…ฯ†ฯŒฯฯ‰ฮฝ. (papaer in Greek; Mapping the Greek maritime areas as part of the requirements of an integrated maritime policy - A case study for the contribution of geodetic satellite altimetry observations).   In: 11ฮฟ ฮ•ฮธฮฝฮนฮบฯŒ ฮฃฯ…ฮฝฮญฮดฯฮนฮฟ ฮงฮฑฯฯ„ฮฟฮณฯฮฑฯ†ฮฏฮฑฯ‚, ฮฮฑฯฯ€ฮปฮนฮฟ-ฮ†ฯฮณฮฟฯ‚, 8-10 ฮ”ฮตฮบฮตฮผฮฒฯฮฏฮฟฯ… ฮงฮ‘ฮกฮคฮŸฮ“ฮกฮ‘ฮฆฮ™ฮšฮ— ฮ•ฮ ฮ™ฮฃฮคฮ—ฮœฮŸฮฮ™ฮšฮ— ฮ•ฮคฮ‘ฮ™ฮกฮ•ฮ™ฮ‘ ฮ•ฮ›ฮ›ฮ‘ฮ”ฮ‘ฮฃ  
Abstract: ΠΕΡΙΛΗΨΗ - Είναι προφανές ότι σε μία κατ’ εξοχήν θαλάσσια χώρα, όπως η Ελλάδα, οι θαλάσσιες επιστήμες και τεχνολογίες μπορούν να συμβάλλουν σημαντικά στην οικονομική-κοινωνική ανάπτυξη και στην ορθολογική περιβαλλοντική διαχείριση, ιδιαίτερα κατά τη σημερινή εποχή, κατά την οποία η έννοια της αειφορίας αποτελεί (ή πρέπει να αποτελεί) κατευθυντήρια γραμμή για τη διαχειριστική πολιτική στο θαλάσσιο χώρο και τη βιώσιμη εκμετάλλευση των θαλασσών, με ταυτόχρονη διασφάλιση της ανάπτυξης της θαλάσσιας οικονομίας και των παράκτιων ζωνών. Τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, οι τρέχουσες απαιτήσεις για την αξιοποίηση του θαλάσσιου χώρου της χώρας, επιβάλουν μια ριζική αλλαγή νοοτροπίας στις διαδικασίες μελέτης και χαρτογράφησης του θαλάσσιου περιβάλλοντος, ώστε να δοθεί μια νέα διάσταση αφενός στον τρόπο αντιμετώπισης, κατανόησης και μελέτης των φυσικών φαινομένων, τα οποία εμφανίζουν έντονη χωροχρονική μεταβλητότητα στον παράκτιο χώρο, αφετέρου στην εξυπηρέτηση καίριων αναγκών για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας, την υποστήριξη της Εθνικής Άμυνας, την προαγωγή των θαλάσσιων επιστημονικών ερευνών αλλά, ίσως και το κυριότερο, στον καθορισμό βασικών κατευθύνσεων και γενικών κανόνων για τη χωροθέτηση έργων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) και στον θαλάσσιο χώρο, με στόχο τη γενικότερη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Σήμερα, είμαστε αρκετά τυχεροί να έχουμε στη διάθεση μας μια σειρά από προηγμένης τεχνολογίας γεωδαιτικούς δορυφόρους αλτιμετρίας που παρέχουν εξαιρετικά ακριβείς και άμεσες μετρήσεις της δυναμικής κατάστασης των θαλασσών, των οποίων η συστηματική συλλογή και επεξεργασία, μαζί με τη χρήση κατάλληλων τεχνικών αξιοποίησης τους, μπορεί να συνεισφέρουν στην επίτευξη των προαναφερόμενων στόχων για εργασίες μεγάλης και μικρής κλίμακας μελέτης του θαλασσίου περιβάλλοντος στις περιοχές ενδιαφέροντος. Στη συγκεκριμένη εργασία γίνεται αρχικά μια σύντομη αναφορά στις δυνατότητες που προσφέρουν οι σημερινές τεχνικές δορυφορικής αλτιμετρίας, οι οποίες καθιστούν εφικτή την παρακολούθηση και την μελέτη φαινομένων που σχετίζονται από τη μέση διακύμανση της στάθμης της θάλασσας και των αλλαγών της και την κυκλοφορία των θαλάσσιων ρευμάτων, μέχρι και την ταχύτητα του ανέμου, το ύψος των κυμάτων, κ.ά. που χαρακτηρίζουν τα ακραία καιρικά φαινόμενα στις θάλασσες. Συγκεκριμένα η εργασία εστιάζει στη αξιοποίηση των αλτιμετρικών δεδομένων από μετρήσεις του λεγόμενου ‘σημαντικού ύψους των κυμάτων’, οι οποίες σχετίζονται άμεσα με την δύναμη των κυμάτων που, μαζί με τις άλλες φυσικές θαλάσσιες ανανεώσιμες πηγές, όπως οι παλίρροιες και τα υποθαλάσσια ρεύματα, αποτελούν ελπιδοφόρες πηγές αειφόρου ενέργειας που προσφέρουν αρκετά πλεονεκτήματα λαμβάνοντας υπόψη και τις φυσικές ιδιότητες και την προβλεψιμότητά τους. Παραθέτοντας συγκεκριμένα παραδείγματα, π.χ. από περιοχές του Αιγαίου, η εργασία στοχεύει επίσης στο να αναδείξει τις φυσικές δυνατότητες της ενέργειας των κυμάτων, συμπεριλαμβανομένης της οικονομικής σκοπιμότητας και των περιβαλλοντικών πλεονεκτημάτων, ακόμη και σε μέτριες συνθήκες κυμάτων.
Notes: ABSTRACT - It is obvious that in a predominantly maritime country such as Greece, marine sciences and technologies can contribute significantly to economic and social development and sound environmental management, especially during the era when the concept of sustainability is (or should be) guiding the management policy and the sustainable exploitation of the marine areas, while ensuring the orderly development of the marine economy and the coastal regions. In recent years in Greece, the current requirements for the use of the maritime regions in the country, require a radical change in the way we perceive the process of studying and mapping the marine environment, so that to give a new dimension both in the way, we understand and study the natural phenomena, which have strong spatial and temporal variability in the coastal areas, and to serve other critical needs for safe navigation, support for the national defence, promotion of marine scientific research, but perhaps most importantly, to establish basic new guidelines and general rules for carrying our renewable energy projects and in the sea areas, for the overall development and the improvement of the Greek economy. Today we are lucky enough to have available to us a number of advanced geodetic altimeter-carrying satellites which provide extremely accurate and direct measurements of instantaneous dynamic state of the seas. The systematic collection and processing of these measurements, together with the use of appropriate techniques, can contribute to achieving these goals for large- and small-scale studies of the marine environment in various areas of interest. In this work we give a brief overview of the possibilities offered by current satellite altimeter techniques, which make it possible to monitor and study the phenomena related to the variation in average sea levels and changes in the circulation of sea currents, and even the wind speed, wave heights, water temperature etc. usually causing the extreme weather conditions at sea. Specifically, the paper focuses on the use of altimeter data providing measurements of the so-called ‘significant wave height’, which are directly related to the power of the waves, along with other natural marine sources of renewable energy such as tidal and underwater currents, which are promising sustainable energy sources that offer many advantages, taking into account the physical properties and predictability. Citing specific examples, e.g. from the Aegean, this study also aims to highlight the natural features of wave energy potential of the Greek seas, including basic estimates for the associated economic feasibility and environmental benefits, even in the moderate wave conditions encountered in these areas. POWERPOINT PRESENTATION: http://xeee.web.auth.gr/powerpoints_xeee11/07/delikaraoglou.pdf , http://www.mediafire.com/?erwbzsbb6bg5xo2 , http://www.humyo.com/FLZmCrQ/MyPublications_copies/2010_XEEE_D%26SDeli.pdf?a=5BHT4nkzNbw
D Delikaraoglou, A Georgopoulos, C Ioannidis, E Lambrou, G Pantazis (2010)  USING GEODETIC AND LASER SCANNER MEASUREMENTS FOR MEASURING AND MONITORING THE STRUCTURAL DAMAGE OF A POST BYZANTINE CHURCH   In: 8th International Symposium on the Conservation of Monuments in the Mediterranean Basin, Patras, Greece, 31/5-2/6/2010  
Abstract: This paper presents a detailed description of the methodologies and the actions taken for determining and monitoring the deformations and micro-movements of the post-byzantine Church of Megali Panayia in Samarina. An assessment is also provided of the first results obtained from the repeated observations and their combined adjustment, followed by a discussion on their reliability. The reported analysis focuses on the following crucial aspects: the accuracy and the stability of georeferencing, which is fundamental to make comparisons between different multi-temporal measurements; and the computation of deformation based on the survey observations between the established control points. Emphasis is given to the presentation of the results using a detailed 3D model of the church, created from terrestrial laser scanner point clouds. The methodology applied involves the analytical combination of multi-source measurements, i.e. GPS observations and classical surveying observations using appropriate high-end theodolites and total stations, in order to achieve the highest possible accuracy. The use of a time-of-flight laser scanner provided data for the 3D model creation. From the re-measuring of this network four times during a five month period and by comparing and analyzing the results of all measurements, it was possible to detect and obtain crucial information about the building’s structural behaviour and the surrounding terrain’s displacements and deformations. The results show a tendency of the surrounding ground to slide towards the northeast direction in a very slow tempo. However the observed displacements between characteristic control points on the building itself tend to demonstrate a slow varying periodic effect. The internal accuracy achieved in absolute positioning of the network points is of the order of ±2-3 millimeters.
Notes: The paper's presentation ia available in: http://www.humyo.com/9964333/MyPublications_copies/MyPPPs/DDeli_Patras_2010_2slides.pdf?a=vsjLq-OJcdQ
Jitka Hรกjkovรก, Ioannis Mintourakis, Demitris Delikaraoglou (2010)  SPECTRAL DECOMPOSITION AND SIGNAL PROCESSING TECHNIQUES OF AIRBORNE GRAVITY DATA FOR EARTH GRAVITY FIELD MODELLING-A CASE STUDY FOR TAIWAN   In: 4th International Conference from Scientific Computing to Computational Engineering, Athens, 7-10 July, ISBN 978-950-98941-3-5.  
Abstract: The precise knowledge of the Earth gravity field is of fundamental importance for various Earth Sciences disciplines such as Geodesy, Oceanography and Solid Earth Physics. Today, making use of the new and emerging gravity field related measurement technologies requires the interplay of methods from computer science with mathematics and engineering or natural sciences together with substantial amount of computations using efficient numerical methods and visualization tools. Commonly, the Earth’s gravity field can be represented as a signal consisting of various bands of wavelengths in the frequency domain. In this paper we use various signal processing techniques for the manipulation of airborne gravity data in order to represent a local model of the Earth gravity field (geoid) in Taiwan. We shall present results of various analyses based on the solution of the Geodetic Boundary Value Problem (BVP) using one-step integration. For the reference part of the gravity field we use different expansions of a spherical harmonics global Earth Gravitational Model (EGM). We also investigate the efficiency of these local geoid models in comparison with in-situ observations such as height data from GPS/Leveling.
Notes: Powerpoint presentation links: http://mfi.re/?wywteymy1eozw2z, http://www.humyo.com/9964333/MyPublications_copies/2010_4th_IC-SCCE_2.pdf?a=EU5ZSHS9fTw - Mirror links for article: http://mfi.re/?zzfkukfzdyzwy2e, http://www.humyo.com/9964333/MyPublications_copies/2010_4th-IC-SCCE_JH%2C%20IM%2C%20DDeli.pdf?a=muJunIaCg9Q
2009
G Manoussakis, D Delikaraoglou, G Ferentinos (2009)  Formulation of a vector equation for the plumblines of the Earth's normal gravity field without integration   In: Proc. Symp. 'Mathematical Problems in Engineering, Aerospace and Sciences', Genoa, Italy, June 25-27, 2008 Edited by:S. Sivasundaram. Vol. 2, pp. 80-88 Cambridge Scientific Publishers Ltd.  
Abstract: The Earth’s normal gravity field is generated by a suitable ellipsoid of revolution, which by definition is assumed to enclose the Earth’s mass (including the mass of the atmosphere) and rotates with the same angular velocity as the real Earth. The problem on hand is that given the coordinates of a point P (initial conditions), the vector equation of a plumbline passing through P is the solution of a highly non-linear system of O.D. equations. With this work, we seek to formulate a vector equation for the plumbline in a local Cartesian system (x, y, h), which can then be evaluated without integration.We take advantage of the fact that the plumbline has very small curvature, no torsion, and the separation between the points of the plumb line and the points of the vertical line to the ellipsoid passing through P is also very small. The normal potential and the curvature of the plumbline are described with suitable functions and by making the assumption that the curvature varies linearly along the y-direction, we formulate an algebraic equation, which under certain conditions, gives the desirable solution.
Notes:
G Manoussakis, D Delikaraoglou (2009)  Formulae for the determination of the elements of the Eรถtvos matrix of the Earthโ€™s normal gravity field and a relation between normal and actual Gaussian curvature   , presented in the VII Maroussi - Hotine Symposium, Rome 6-10 July [Conference papers]  
Abstract: The Eötvos matrix (along with the Bruns and the Burali – Forti matrices) played an essential role for the study of the Earth’s gravity field by appropriate measurements of scalar quantities. With the Bruns matrix we can describe the local variation of the gravity vector expressed in a global Cartesian system (X,Y,Z), while the Eötvos matrix is a representation of the Bruns matrix in a local Cartesian system (x,y,z). The representation of the Eötvos matrix can be made with invariant quantities such as the curvature and torsion of the geodesic lines which are tangent to the parametric lines at a specific point. For this representation the parametric lines of the equipotential surfaces must be at least vertical to each other in a small region around the surface point of interest. Here we form relations which determine the second order partial derivative of the normal potential along the East – West direction, the curvature of the plumbline, the measure of the normal gravity vector and the Gauss curvature of the equipotential surface. For this purpose we will give the necessary transformations between a global Cartesian coordinates (X,Y,Z) and the ellipsoidal coordinates (u, β, λ). Due to the limited space it is not possible to write the whole transformation of the second order partial derivatives of the normal potential between (X,Y,Z) and (u,β,λ) coordinates. Finally we consider the relations for the normal potential and the normal gravity vector as known so we won’t write them down.
Notes:
2008
ฮ” ฮ”ฮตฮปฮทฮบฮฑฯฮฌฮฟฮณฮปฮฟฯ… (2008)  ฮฮญฮตฯ‚ ฯ€ฯฮฟฮฟฯ€ฯ„ฮนฮบฮญฯ‚ ฯ‡ฮฑฯฯ„ฮฟฮณฯฮฌฯ†ฮทฯƒฮทฯ‚ ฯ„ฮทฯ‚ ฮณฮตฯ‰ฮผฮฟฯฯ†ฮฟฮปฮฟฮณฮฏฮฑฯ‚ ฮทฯ€ฮตฮนฯฯ‰ฯ„ฮนฮบฯŽฮฝ ฯ€ฮตฯฮนฮฟฯ‡ฯŽฮฝ ฯ‡ฯฮทฯƒฮนฮผฮฟฯ€ฮฟฮนฯŽฮฝฯ„ฮฑฯ‚ ฯ…ฯˆฮฟฮผฮตฯ„ฯฮนฮบฮฌ ฮดฮตฮดฮฟฮผฮญฮฝฮฑ ฮฑฯ€ฯŒ ฯ„ฮนฯ‚ ฮดฮฟฯฯ…ฯ†ฮฟฯฮนฮบฮญฯ‚ ฮฑฯ€ฮฟฯƒฯ„ฮฟฮปฮญฯ‚ SRTM ฮบฮฑฮน ICESat (paper in Greek; New perspectives for the mapping of land areas using height data from the satellite missions SRTM and ICESat)   In: 10ฮฟ ฮ•ฮธฮฝฮนฮบฯŒ ฮฃฯ…ฮฝฮญฮดฯฮนฮฟ ฮงฮฑฯฯ„ฮฟฮณฯฮฑฯ†ฮฏฮฑฯ‚, 12-14 ฮฮฟฮตฮผฮฒฯฮฏฮฟฯ…, ฮ™ฯ‰ฮฌฮฝฮฝฮนฮฝฮฑ , ฯƒฮตฮป. 551-570, ฮงฮ‘ฮกฮคฮŸฮ“ฮกฮ‘ฮฆฮ™ฮšฮ— ฮ•ฮ ฮ™ฮฃฮคฮ—ฮœฮŸฮฮ™ฮšฮ— ฮ•ฮคฮ‘ฮ™ฮกฮ™ฮ‘ ฮ•ฮ›ฮ›ฮ‘ฮ”ฮ‘ฮฃ  
Abstract: ΠΕΡΙΛΗΨΗ - Η χαρτογράφηση και παρακολούθηση των αλλαγών της γήινης επιφάνειας είναι ένα εγγενώς τρισδιάστατο πρόβλημα που τυπικά αντιμετωπίζεται συμπληρώνοντας τις παραδοσιακές διαδικασίες δυσδιάστατης θεματικής χαρτογράφησης με πληροφορίες για την τρίτη διάσταση στη μορφή ενός ξεχωριστού ψηφιακού υψομετρικού μοντέλου εδάφους με κατάλληλη κάλυψη και ακρίβεια. Σήμερα για πολλές εφαρμογές, όπως η χαρτογράφηση γεωμορφολογικών δομών τεκτονικής προέλευσης, η αποτύπωση υδρογραφικών δικτύων σε τοπογραφικούς χάρτες, η διαμόρφωση στρατηγικών περιβαλλοντικής εκτίμησης, κ.ά. υπάρχει μια συνεχώς αυξανόμενη ζήτηση για ψηφιακά υψομετρικά μοντέλα εδάφους με υψηλή ακρίβεια και κάλυψη κατάλληλα να περιγράψουν τα επιθυμητά χαρακτηριστικά γνωρίσματα της γήινης επιφάνειας σε διάφορες (από μεσαίες μέχρι αρκετά μεγάλες) χωρικές και χρονικές κλίμακες. Τέτοια υψομετρικά μοντέλα εδάφους, π.χ. σε επίπεδα χωρικής ανάλυσης από 1 μέχρι 3 δευτερόλεπτα τόξου (30-90 m) ή και καλύτερα, εξακολουθούν να απουσιάζουν εντελώς για πολλές περιοχές της Ελλάδας, κυρίως στην ηπειρωτική περιφέρεια, όπου η ανάγκη τους είναι ιδιαίτερα σημαντική, όπως στις ευρύτερες ζώνες των ορεινών και ημιορεινών περιοχών, όπου η γεωμορφολογία τους χαρακτηρίζεται από έντονο ορεινό ανάγλυφο και πληθώρα υδάτινων πόρων (π.χ. Ήπειρος) ή σε περιοχές πλούσιου θαλάσσιου διαμελισμού (π.χ. τα νησιά) που παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές ως προς το ανάγλυφό τους. Σήμερα νέες τεχνολογίες ικανές να παράσχουν κατάλληλα δεδομένα με διαφαινόμενες προοπτικές να καλύψουν αυτά τα κενά πληροφορίας αποτελούν κυρίως τα εναέρια και δορυφορικά συστήματα LIDAR και SAR. Η συγκεκριμένη εργασία επικεντρώνεται κυρίως στη διερεύνηση των αδυναμιών και των πλεονεκτημάτων που σχετίζονται με την ανάλυση της τοπογραφίας διαφόρων περιοχών της ηπειρωτικής ελληνικής περιφέρειας, με τα ελεύθερης πρόσβασης υψομετρικά δεδομένα από την ειδική αποστολή SRTM (Shuttle Radar Topography Mission) του διαστημικού λεωφορείου το 2000 και το διαστημικό LIDAR του δορυφόρου ICESat (Ice, Cloud, and Land Elevation Satellite) για την περίοδο από το 2003 μέχρι σήμερα. Παρουσιάζονται ενδεικτικά αποτελέσματα από αναλύσεις που αναδεικνύουν σημαντικές σχέσεις μεταξύ των υψομετρικών δεδομένων SRTM (και ICESat) ως συνάρτηση της γεωγραφικής περιοχής, του τύπου κάλυψης της γης, των κλίσεων του εδάφους και του προσανατολισμού τους, παρέχοντας μια ολοκληρωμένη αξιολόγηση της ακρίβειας και των χαρακτηριστικών σφαλμάτων που επηρεάζουν τις ποικίλες προς χαρτογραφική απεικόνιση διαθέσιμες υψομετρικές πληροφορίες από τα εν λόγω δεδομένα και τη χρήση τους σε τυπικές εφαρμογές όπου ένα αξιόπιστο ψηφιακό μοντέλο εδάφους αποτελεί κύριο εργαλείο μελέτης των περιοχών ενδιαφέροντος. Powerpoint presentation: http://web.auth.gr/xeee/powerpoints_xeee10/Session06/04_Delikaraoglou.pdf
Notes: ABSTRACT - The mapping and monitoring of the changes of the earth’s surface are inherently a three-dimensional problem which is formally dealt with by supplementing the traditional two-dimensional processes of thematic mapping with information on the third dimension in the form of a separate digital elevation/topography model with suitable coverage and resolution. Today for several applications, such as the mapping of geomorphologic structures of tectonic origin, the depiction of hydrological networks in topographic maps, the formulation of environmental protection strategies, etc. there exists a continuously increasing demand for digital elevation models with high enough precision and coverage which can suitably describe the desirable earth surface characteristics in various (from intermediate up to large) spatial and temporal scales. Such detailed terrain models, e.g. in spatial spacing from 1 up to 3 seconds of arc (30-90 m) or even better, are still not available for several of regions of Greece, mainly in the mountainous areas where their geomorphology is characterized by intense relief and abundance of aquatic resources (e.g. Epirus) or in regions of rich marine diversity (e.g. the islands) that exhibit big differences in their relief. Today the main new technologies offering the prospects to cover these voids of information are the airborne and satellite borne LIDAR and SAR systems. This work is focused mainly in the investigation of the strength and weaknesses that are related with the analysis of the topography of various areas of the continental Greek regions, using the openly accessible elevation data from the special Shuttle Radar Topography Mission (SRTM) that took place in 2000 and the space borne LIDAR system of the Ice, Cloud and Land Elevation Satellite (ICESat) that continues to provide data since 2003. In this paper we present results of our analyses that demonstrate that there exist important relations between the SRTM and ICESat elevation data that are dependent on the land use cover (i.e., mountains, wetlands, forests, urban areas) and the morphology of the various regions (i.e., the surface slopes and their orientation etc.), and therefore influence the use of these data in applications that require reliable digital elevation models for the study and development of such areas. Powerpoint presentation: http://web.auth.gr/xeee/powerpoints_xeee10/Session06/04_Delikaraoglou.pdf
2006
ฮ” ฮ”ฮตฮปฮทฮบฮฑฯฮฌฮฟฮณฮปฮฟฯ… (2006)  ฮ”ฮนฮฑฯ†ฮฑฮนฮฝฯŒฮผฮตฮฝฮตฯ‚ ฯ€ฯฮฟฮฟฯ€ฯ„ฮนฮบฮญฯ‚ ฮฑฯ€ฯŒ ฯ„ฮท ฮดฮนฮบฯ„ฯ…ฮฑฮบฮฎ ฯ…ฯ€ฮฟฮดฮฟฮผฮฎ ฯ„ฮฟฯ… HEPOS ฮณฮนฮฑ ฯ„ฮท ฮผฮตฯ„ฮฌฮดฮฟฯƒฮท ฯ‡ฯ‰ฯฮนฮบฯŽฮฝ ฯ€ฮปฮทฯฮฟฯ†ฮฟฯฮนฯŽฮฝ ฮผฮญฯƒฯ‰ ฯ…ฯ€ฮทฯฮตฯƒฮนฯŽฮฝ WEB ฮบฮฑฮน ฮฑฯƒฯฯฮผฮฑฯ„ฯ‰ฮฝ ฮบฮนฮฝฮทฯ„ฯŽฮฝ ฯƒฯ…ฯƒฮบฮตฯ…ฯŽฮฝ (paper in Greek; Foreseable implications from the HEPOS infrastructure for the availability of geospatial information using web services and mobile devices)   In: 9ฮฟ ฮ•ฮธฮฝฮนฮบฯŒ ฮฃฯ…ฮฝฮญฮดฯฮนฮฟ ฮงฮฑฯฯ„ฮฟฮณฯฮฑฯ†ฮฏฮฑฯ‚, 2-4 ฮฮฟฮตฮผฮฒฯฮฏฮฟฯ…, ฮงฮฑฮฝฮนฮฌ ฮงฮ‘ฮกฮคฮŸฮ“ฮกฮ‘ฮฆฮ™ฮšฮ— ฮ•ฮ ฮ™ฮฃฮคฮ—ฮœฮŸฮฮ™ฮšฮ— ฮ•ฮคฮ‘ฮ™ฮกฮ™ฮ‘ ฮ•ฮ›ฮ›ฮ‘ฮ”ฮ‘ฮฃ  
Abstract: The Hellenic Positioning Services System (HEPOS) is scheduled to be operational in 2007, in order to provide, for the needs of the Hellenic Cadastre and not only, precise positioning services by using the existing Global Positioning System (GPS). HEPOS will be based on a state-of-the-art telecommunications infrastructure and a network of some 100 reference GPS stations of continuous operation. The advanced operation of the HEPOS stations will be based on the technique of Virtual Reference Stations (VRS), which in turn is based on optimal algorithms for estimating the GPS errors and transmitting differential corrections to suitably equipped users, even when they are on the move, so that to be able to locate themselves with an accuracy of a few centimeters in real time. In this work, we give a concise report of the planned technical characteristics of HEPOS, with particular emphasis on the networking technologies and the telecommunications methods that will be used. Furthermore we examine the use of Web Services as an additional solution for the protocol and communication requirements for the continuous flow of differential GPS corrections to the geodetic users of HEPOS and potentially, for conveying other geospatial information of interest via the Internet. This offers the prospect of extending the basic operation of HEPOS in a practical, efficient and secure method of exchanging geospatial data via low cost of GPS receivers and any wireless mobile location-aware devices capable of transmitting data via TCP/IP. It is suggested that the aforementioned additional infrastructure and extension of the basic operation of HEPOS will provide, beyond its intended geodetic operations and products for which the system has been designed, and other useful information to support the mobility of users (infomobility) and the ubiquitous Location-based Services (LBS) that currently strive to cover a large number of applications, such as individualised navigation, guidance of tourists, travellers assistance, etc.
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ Το ελληνικό σύστημα υπηρεσιών εντοπισμού HEPOS (Hellenic Positioning Service) είναι προγραμματισμένο να τεθεί σε λειτουργία μέσα στο 2007, προκειμένου να παρέχει, για τις ανάγκες του Εθνικού Κτηματολογίου και όχι μόνο, υπηρεσίες ακριβούς προσδιορισμού θέσης αξιοποιώντας το υφιστάμενο παγκόσμιο σύστημα εντοπισμού GPS. Θα αποτελείται από μια σύγχρονη τηλεπικοινωνιακή υποδομή και ένα δίκτυο 100 περίπου μονίμων σταθμών GPS συνεχούς λειτουργίας. Η προηγμένη λειτουργία του HEPOS θα στηρίζεται στην αποκαλούμενη τεχνική των εικονικών σταθμών αναφοράς (Virtual Reference Stations, VRS) και θα βασίζεται σε βέλτιστους αλγόριθμους εκτίμησης των σφαλμάτων GPS και στη μετάδοση διαφορικών διορθώσεων προς τους κατάλληλα εξοπλισμένους χρήστες, ακόμα και όταν αυτοί είναι σε κίνηση, προκειμένου να μπορούν εντοπίζουν τη θέση τους με ακρίβεια μερικών εκατοστόμετρων σε πραγματικό χρόνο. Σε αυτή την εργασία, γίνεται αρχικά μια συνοπτική αναφορά στα τεχνικά χαρακτηριστικά σχεδιασμού του HEPOS, με ιδιαίτερη έμφαση στις τεχνικές δικτύωσης και το τηλεπικοινωνιακό δίκτυο που θα χρησιμοποιηθούν. Περαιτέρω εξετάζεται η χρήση των υπηρεσιών του Διαδικτύου (Web Services) ως μια συμπληρωματική λύση πρωτοκόλλου και επικοινωνίας για τη συνεχή ροή των διαφορικών GPS διορθώσεων του HEPOS και ενδεχομένως άλλων χωρικών πληροφοριών ενδιαφέροντος μέσω του Διαδικτύου, με προοπτική η βασική λειτουργία του HEPOS να επεκταθεί σε μια πρακτική, αποδοτική και ασφαλή μέθοδο ανταλλαγής χωρικών δεδομένων μέσω χαμηλού κόστους δεκτών GPS και οποιασδήποτε ασύρματης κινητής συσκευής ικανής να μεταδίδει δεδομένα μέσω TCP/IP. Προτείνεται ότι η εν λόγω συμπληρωματική υποδομή και επέκταση της λειτουργίας του HEPOS θα παρέχει, πέραν των γεωδαιτικών λειτουργιών και προϊόντων για τα οποία έχει πρωτίστως σχεδιαστεί, και χρήσιμες πληροφορίες υποστήριξης της κινητικότητας των χρηστών (info-mobility) και τις απανταχού παρούσες υπηρεσίες αξιοποίησης της γεωγραφικής θέσης (Location-based Services, LBS) που καλύπτουν ένα μεγάλο αριθμό εφαρμογών, όπως της εξατομικευμένης πλοήγησης, της καθοδήγησης τουριστών, της οδικής βοήθειας, κ.ά. - Επίσης online in: http://users.auth.gr/kvek/2006-Delikaraoglou-Chania.pdf
2005
D Delikaraoglou, N Kalogeropoulos, J Tzigounakis, G Souris (2005)  GEOTOPOS-Supporting Geomatics Engineering Education with a Knowledge Database of Geosciences-Based Digital Content   In: World Scientific and Engineering Academy and Society Conference on Engineering Education, Athens, July 8-10 416-422  
Abstract: Today’s advances in digital information and communication technologies, especially in areas such as the World Wide Web accessibility and Web-mediated learning environments, provide a wide variety of means to support and empower the teaching, learning and training experiences of both the teachers and the learners in all levels of educational needs. At the Department of Surveying Engineering of the National Technical University of Athens, we are facing this challenge by developing GEOTOPOS, a repository of Geosciences-based digital resources that are systematically organized for easy access, efficient search and intelligent navigation through the Web. GEOTOPOS would essentially evolve into a Digital Library for Earth System Education that will eventually support teaching, learning and research about the Earth as a system in general and Geomatics Engineering in particular. This paper addresses key concepts and the architecture characteristics of GEOTOPOS, with emphasis on the models necessary to represent geosciences-based knowledge, which is accessed in most cases in terms of geographic content and relationships that, in turn, are creating special challenges and opportunities for networked information systems like the GEOTOPOS. It describes implementation details for the various components of GEOTOPOS, as well as discusses briefly both the lessons learned so far, and the future directions of our efforts.
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ Οι σημερινές πρόοδοι στις ψηφιακές τεχνολογίες ενημέρωσης και επικοινωνιών, ειδικά στις περιοχές όπως η δυνατότητα πρόσβασης στο Διαδίκτυο (World Wide Web) και στα νέα διαδραστικά, διαδικτυακά μαθησιακά περιβάλλοντα, παρέχουν μια ευρεία ποικιλία μέσων που υποστηρίζουν και βελτιώνουν τις εμπειρίες διδασκαλίας, εκμάθησης και κατάρτισης, τόσο των διδασκόντων και των σπουδαστών για όλα τα επίπεδα εκπαιδευτικών αναγκών. Στη Σχολή ΑΤΜ του ΕΜΠ, αντιμετωπίζουμε αυτήν την πρόκληση με την ανάπτυξη του ΓΕΩΤΟΠΟΥ, μια αποθήκη ψηφιακών πόρων γεωεπιστημονικού ενδιαφέροντος, οι οποίοι οργανώνονται συστηματικά για την εύκολη πρόσβαση, την αποδοτική αναζήτηση και την έξυπνη πλοήγηση μέσω του Διαδικτύου. Ο ΓΕΩΤΟΠΟΥ μπορεί να εξελιχθεί ουσιαστικά σε μια ψηφιακή βιβλιοθήκη πόρων για την εκπαίδευση στις Γεωεπιστήμες που θα υποστηρίζει τη διδασκαλία και την εκμάθηση σε γνωστικά αντικείμενα που αφορούν γενικά τη Γη ως σύστημα και τη Γεωματική Μηχανική και τη Γεωπληροφορική ειδικότερα. Η εν λόγω εργασία εξετάζει τις βασικές έννοιες και τα χαρακτηριστικά της αρχιτεκτονικής του ΓΕΩΤΟΠΟΥ, με έμφαση στα πρότυπα που είναι απαραίτητα για να αντιπροσωπεύσουν την γεωεπιστημονική γνώση, η οποία προσεγγίζεται στις περισσότερες περιπτώσεις από την πλευρά οντοτήτων γεωγραφικών περιεχομένου και των σχέσεων τους που, στη συνέχεια, δημιουργούν τις ειδικές προκλήσεις και τις ευκαιρίες για τα δικτυωμένα συστήματα πληροφοριών γεωεπιστημονικού ενδιαφέροντος όπως ο ΓΕΩΤΟΠΟΣ. Περιγράφονται με λεπτομέρειες τα στάδια δημιουργίας των συστατικών τμημάτων του ΓΕΩΤΟΠΟΥ, καθώς επίσης αναφέρονται εν συντομία οι εμπειρίες από την ανάπτυξη του εν λόγω συστήματος, και τις μελλοντικές κατευθύνσεις των προσπαθειών μας. (Also available in: http://www.wseas.us/e-library/conferences/2005athens/ee/papers/507-110.pdf)
ฮ” ฮ”ฮตฮปฮทฮบฮฑฯฮฌฮฟฮณฮปฮฟฯ… (2005)  ฮŸ ฮกฯŒฮปฮฟฯ‚ ฯ„ฯ‰ฮฝ ฮคฮตฯ‡ฮฝฮฟฮปฮฟฮณฮนฯŽฮฝ ฮ“ฮตฯ‰ฯ€ฮปฮทฯฮฟฯ†ฮฟฯฮนฮบฮฎฯ‚ ฯƒฯ„ฮทฮฝ ฮคฮฟฯ…ฯฮนฯƒฯ„ฮนฮบฮฎ ฮ‘ฮฝฮฌฯ€ฯ„ฯ…ฮพฮท (paper in Greek; The role of Geoinformatics technologies in the development of tourism)   In: ฮ ฯฮฑฮบฯ„ฮนฮบฮฌ ฮ—ฮผฮตฯฮฏฮดฮฑฯ‚ โ€œฮคฮฟฯ…ฯฮนฯƒฮผฯŒฯ‚ ฮบฮฑฮน ฮ ฮตฯฮนฯ†ฮตฯฮตฮนฮฑฮบฮฎ ฮ‘ฮฝฮฌฯ€ฯ„ฯ…ฮพฮทโ€, ฮ‘ฮธฮฎฮฝฮฑ, 21 ฮ™ฮฑฮฝฮฟฯ…ฮฑฯฮฏฮฟฯ… ฮฃฮ‘ฮคฮœ, ฮ•.ฮœ.ฮ .  
Abstract: Σήμερα οι σημαντικότερες ταξιδιωτικές επιχειρήσεις και τουριστικοί οργανισμοί εκφράζουν ένα αυξανόμενο ενδιαφέρον για τις δυνατότητες που προσφέρει η σύγκλιση των σύγχρονων τεχνολογιών όπως οι ασύρματες επικοινωνίες, η δορυφορικές τεχνολογίες εντοπισμού θέσης, η νέες μορφές του Διαδικτύου όπως οι εφαρμογές του κινητού Ιστού (mobile Web) και οι φορητές χώρο-ενήμερες συσκευές (π.χ. PDAs, κινητά τηλέφωνα, κ.ά.) με multimedia δυνατότητες, προκειμένου να αναπτύξουν νέες υπηρεσίες πληροφοριών ταξιδιωτικού ενδιαφέροντος, αξιοποίησης ελεύθερου χρόνου και τουρισμού. Αυτό το είδος καινοτόμων υπηρεσιών, που είναι γνωστές ως Υπηρεσίες Αξιοποίησης της Γεωγραφικής Θέσης, μπορεί να παρέχει πολύτιμες πληροφορίες σχετικές με τον τουρισμό μιας περιοχής, από την περιγραφή ενός συγκεκριμένου θέρετρου ή μιας ολόκληρης περιοχής, και από τα σημεία τουριστικού ενδιαφέροντος, μέχρι τις δυνατότητες ψυχαγωγίας ή ακόμα και να βοηθήσει τις επιχειρησιακές συναλλαγές μεταξύ τουριστικών φορέων και τουριστών. Η παρούσα εργασία αναφέρεται εν συντομία στις διάφορες πτυχές της Γεωπληροφορικής που μπορούν να συμβάλουν στην παροχή κατάλληλων πληροφοριών τουρισμού σε συγκεκριμένες ομάδες-στόχους, και πώς οι διάφορες τεχνολογίες συναφείς με τη Γεωπληροφορική μπορούν να βοηθήσουν στην ανάπτυξη νέων εφαρμογών παροχής πληροφοριών τουριστικού περιεχομένου μέσω κινητών συσκευών. Μέσα από τυπικά παραδείγματα, θα εξεταστούν οι δυνατότητες νέων στρατηγικών παρουσίασης γεωγραφικά εξαρτημένων πληροφοριών ικανών να μεγιστοποιήσουν την τουριστική προώθηση συγκεκριμένων περιοχών και των κύριων προτερημάτων τους, όπως τη μοναδικότητα του τοπικού χαρακτήρα τους, την πολιτιστική κληρονομιά τους, το φάσμα των ξενοδοχειακών και άλλων υποδομών τουριστικού ενδιαφέροντος.
Notes:
ฮ” ฮ”ฮตฮปฮทฮบฮฑฯฮฌฮฟฮณฮปฮฟฯ…, ฮ ฮšฮฑฮปฮฟฮณฮตฯฯŒฯ€ฮฟฯ…ฮปฮฟฯ‚, ฮ™ ฮคฮถฮนฮณฮบฮฟฯ…ฮฝฮฌฮบฮทฯ‚, ฮ“ ฮฃฮฟฯ…ฯฮฎฯ‚ (2005)  ฮ“ฮ•ฮฉฮคฮŸฮ ฮŸฮฃ โ€“ ฮœฮนฮฑ ฮ’ฮฌฯƒฮท ฮ“ฮตฯ‰ฮณฮฝฯŽฯƒฮทฯ‚ ฮณฮนฮฑ ฯ„ฮทฮฝ ฮ•ฮฝฮตฯฮณฮทฯ„ฮนฮบฮฎ ฮ•ฮพฮตฯฮตฯฮฝฮทฯƒฮท ฮ“ฮตฯ‰ฮตฯ€ฮนฯƒฯ„ฮทฮผฮฟฮฝฮนฮบฮฟฯ ฮ•ฮบฯ€ฮฑฮนฮดฮตฯ…ฯ„ฮนฮบฮฟฯ ฮฅฮปฮนฮบฮฟฯ (paper in Greek; GEOTOPOS - A knwoledge database for the active exploitation of geoscientific educational resources)   In: ฮ ฮฑฮฝฮตฮป. ฮ•ฯ€ฮนฯƒฯ„. ฮฃฯ…ฮฝฮตฮดฯฮฏฮฟฯ… โ€œฮฮญฮตฯ‚ ฮคฮตฯ‡ฮฝฮฟฮปฮฟฮณฮฏฮตฯ‚ ฯƒฯ„ฮท ฮ”ฮนฮฑ ฮ’ฮฏฮฟฯ… ฮœฮฌฮธฮทฯƒฮทโ€, ฮ›ฮฑฮผฮฏฮฑ, 16-17 ฮ‘ฯ€ฯฮนฮปฮฏฮฟฯ…  
Abstract: Στη Σχολή Αγρονόμων Τοπογράφων Μηχανικών (ΣΑΤΜ) του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (ΕΜΠ) υλοποιείται σταδιακά, στα πλαίσια του Προγράμματος ΕΠΕΑΕΚ ΙΙ, ο ΓΕΩΤΟΠΟΣ, μια ψηφιακή Βάση Γεωγνώσης με όλα τα χαρακτηριστικά μιας ψηφιακής αποθήκης εκπαιδευτικού Γεωεπιστημονικού υλικού” (Digital Repository for Earth System Science Educational Resources). Το εν εξελίξει σύστημα σχεδιάζεται , ώστε στο άμεσο μέλλον να εξυπηρετεί τους διδάσκοντες και τους σπουδαστές της ΣΑΤΜ άλλα και άλλους ενδιαφερόμενους χρήστες του με σύγχρονους τρόπους αποθήκευσης, διανομής και αξιοποίησης ψηφιακών πόρων σχετικών με τους τομείς και τα θέματα που αφορούν τη συστηματική μελέτη της Γης ως σύστημα, από τη σκοπιά και τα ενδιαφέροντα του Τοπογράφου Μηχανικού και σε όλα τα επίπεδα και τομείς αναγκαίων διεπιστημονικών γνώσεων (π.χ. Γεωδαισία, Φωτογραμμετρία, Χαρτογραφία, Τηλεπισκόπηση, Ωκεανογραφία, Υδρογραφία κ.ά.). Η παρούσα εργασία πραγματεύεται τις βασικές έννοιες και τα χαρακτηριστικά της αρχιτεκτονικής του ΓΕΩΤΟΠΟΣ, τις αρχικές εμπειρίες μέχρι σήμερα, καθώς και τις μελλοντικές κατευθύνσεις αυτής της προσπάθειας. Εξετάζονται επίσης ο γενικότερος ρόλος συστημάτων όπως ο ΓΕΩΤΟΠΟΣ στην ποιοτική αναβάθμιση της μαθησιακής διαδικασίας καθώς επίσης και η διαφαινόμενη συμβολή τους στις παρεμβατικές (διαδραστικές) μορφές της Ανοικτής και Εξ Αποστάσεως Εκπαίδευσης και της Δια Βίου Μάθησης σε γνωστικά αντικείμενα που άπτονται των Γεωεπιστημών.
Notes: Επίσης διαθέσιμο online: http://cosy.ted.unipi.gr/NTdiabiou2005/media/papers/P7.doc
D Delikaraoglou, N Kalogeropoulos, J Tzigounakis, G Souris (2005)  Digital Libraries for Earth System Science: Enabling a Paradigm Shift in Geomatics Engineering Education   In: 10th Panhellenic Conference on Informatics (PCI 2005), Volos, Greece, 11-13, November 290-301  
Abstract: GEOTOPOS is e-Repository of Geosciences-based digital content that is being developed at the National Technical University of Athens in order to enhance the traditional learning process and address multiple learning styles and needs, as well as to enable new pedagogical models based on Webmediated learning environments. GEOTOPOS has been designed in response to users' needs collected through surveys of faculty and students involved in Geomatics Engineering teaching and education. Hence, it is being developed as the mechanism to support the development, use and more importantly re-use of digital resources, which focus on specific topics, disciplines or themes relevant to Geosciences, and they provide information in a variety of forms and from many sources. The purpose of this paper is to present some of the key concepts and critical issues involved, such as the processes of selective combination, query, and discovery of Earth System Science related digital learning resources and information.
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ Ο ΓΕΩΤΟΠΟΣ είναι μια ‘ηλεκτρονική αποθήκη’ γεωεπιστημονικού ψηφιακού περιεχομένου που αναπτύσσεται στη Σχολή Αγρονόμων Τοπογράφων Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου στα πλαίσια των αναπτυξιακών προσπαθειών ενίσχυσης των παραδοσιακών διαδικασιών εκμάθησης και προκειμένου να ικανοποιηθούν πολλαπλές μορφές μεθόδων διδασκαλίας/εκμάθησης και μαθησιακών αναγκών, καθώς επίσης και για να δοκιμαστούν νέα παιδαγωγικά πρότυπα βασισμένα σε ποικιλόμορφα διαδικτυακά (Web-mediated) μαθησιακά περιβάλλοντα. Ο ΓΕΩΤΟΠΟΣ έχει σχεδιαστεί σε απάντηση μιας σειράς εκφρασμένων αναγκών των χρηστών του που συλλέχθηκαν μέσω σχετικών ερωτηματολογίων προς τους διδάσκοντες και τους σπουδαστές της ΣΑΤΜ. Ως εκ τούτου, αναπτύσσεται πρωτίστως ως ένας μηχανισμός για να υποστηρίξει την ανάπτυξη, τη χρήση και το πιο σημαντικό την επαναχρησιμοποίηση ψηφιακών πόρων (εκπαιδευτικού υλικού), οι οποίοι εστιάζουν στα συγκεκριμένα γνωστικά αντικείμενα ή ποικίλα θέματα σχετικά με τις Γεωεπιστήμες, και παρέχουν πληροφορίες με ποικίλες μορφές και από πολλές πηγές επιστημονικού, εκπαιδευτικού ή/και ερευνητικού ενδιαφέροντος. Ο σκοπός της συγκεκριμένης εργασίας είναι να παρουσιαστούν μερικές από τις βασικές έννοιες και τα κρίσιμα ζητήματα σχεδιασμού του ΓΕΩΤΟΠΟΥ, όπως οι διαδικασίες αναζήτησης, διερεύνησης και επιλογής κατάλληλων ψηφιακών πόρων για συγκεκριμένες εκπαιδευτικές ανάγκες που αφορούν τη μελέτη της Γης ως σύστημα.
2004
ฮ” ฮ”ฮตฮปฮทฮบฮฑฯฮฌฮฟฮณฮปฮฟฯ…, ฮ• ฮ“ฮตฯ‰ฯฮณฮฏฮฟฯ… (2004)  ฮฅฯ€ฮทฯฮตฯƒฮฏฮตฯ‚ ฮ‘ฮพฮนฮฟฯ€ฮฟฮฏฮทฯƒฮทฯ‚ ฯ„ฮทฯ‚ ฮ“ฮตฯ‰ฮณฯฮฑฯ†ฮนฮบฮฎฯ‚ ฮ˜ฮญฯƒฮทฯ‚ โ€“ ฮœฮนฮฑ ฯ„ฯ…ฯ€ฮนฮบฮฎ ฮตฯ†ฮฑฯฮผฮฟฮณฮฎ ฮณฮนฮฑ ฯ„ฮฟ ฮœฮญฯ„ฯƒฮฟฮฒฮฟ (paper in Greek; Location-based services - A typical application for Metsovo)   In: 4ฮฟ ฮ”ฮนฮตฯ€ฮนฯƒฯ„ฮทฮผฮฟฮฝฮนฮบฯŒ ฮฃฯ…ฮฝฮญฮดฯฮนฮฟ ฯ„ฮฟฯ… ฮœฮตฯ„ฯƒฯŒฮฒฮนฮฟฯ… ฮšฮญฮฝฯ„ฯฮฟฯ… ฮ”ฮนฮตฯ€ฮนฯƒฯ„ฮทฮผฮฟฮฝฮนฮบฮฎฯ‚ ฮˆฯฮตฯ…ฮฝฮฑฯ‚ (ฮœฮ•.ฮš.ฮ”.ฮ•) ฯ„ฮฟฯ… ฮ•.ฮœ.ฮ ., โ€˜ฮ— ฮŸฮปฮฟฮบฮปฮทฯฯ‰ฮผฮญฮฝฮท ฮ‘ฮฝฮฌฯ€ฯ„ฯ…ฮพฮท ฯ„ฮทฯ‚ ฮ—ฯ€ฮตฮฏฯฮฟฯ…โ€™, 23-26 ฮฃฮตฯ€ฯ„., ฮœฮญฯ„ฯƒฮฟฮฒฮฟ.  
Abstract: Στη συγκεκριμένη εργασία αναφέρονται συνοπτικά οι τρέχουσες δυνατότητες και εξελίξεις της τεχνολογίας των Υπηρεσιών Αξιοποίησης της Γεωγραφικής Θέσης, και περιγράφονται οι διαδικασίες και τα αποτελέσματα υλοποίησης της συγκεκριμένης τέτοιας εφαρμογής για την ευρύτερη περιοχή του Μετσόβου. Η εργασία εστιάζει στην πιλοτική ερευνητική προσπάθεια ανάπτυξης και υλοποίησης μιας τυπικής εφαρμογής αξιοποίησης της γεωγραφικής θέσης σε υπολογιστή παλάμης (palmtop), η οποία επιτρέπει, μέσο της χρήσης ενός δέκτη GPS χειρός, να είναι γνωστή σε κάθε χρονική στιγμή η ακριβής θέση του δέκτη και κάνοντας χρήση αυτής της πληροφορίας να είναι δυνατή η πρόσβαση σε ποικίλες πληροφορίες ή υπηρεσίες που αφορούν τη συγκεκριμένη θέση ή την περιοχή καθώς και η πλοήγηση σε επιλεγμένους προορισμούς του άμεσου ενδιαφέροντος ενός χρήστη. Η συγκεκριμένη εφαρμογή σχεδιάστηκε για χρήση από επισκέπτες της ευρύτερης περιοχής του Μετσόβου, όπως τουρίστες, φυσιολάτρες ή άλλους επισκέπτες του Μετσόβου που ενδιαφέρονται π.χ. • για την περιήγηση τους στα αξιοθέατα της περιοχής (μοναστήρια, μουσεία, κ.ά.), • για πεζοπορίες σε γραφικά μονοπάτια της υπαίθρου (Βάλια Κάλντα, Μαυροβούνι, κ.ά.) ή • για την άμεση καθοδήγηση τους σε συγκεκριμένους προορισμούς της περιοχής (χιονοδρομικά κέντρα, ορειβατικά καταφύγια, κ.ά.). Στην εργασία παρουσιάζεται η μεθοδολογία που εφαρμόστηκε προκειμένου να επιτευχθεί η διασύνδεση του κινητού συστήματος GIS Arcpad, με το GPS στη πλατφόρμα iPaq και η λειτουργία τους στα πλαίσια των απαιτήσεων της συγκεκριμένης εφαρμογής και μέσα από τυπικά παραδείγματα χρήσης των θεματικών πληροφοριών που χρησιμοποιήθηκαν καταδεικνύονται οι δυνατότητες πρόσβασης, σε πραγματικό χρόνο, σε ποικίλες πληροφορίες για μια συγκεκριμένη θέση και την περιβάλλουσα περιοχή. Επιπλέον γίνεται αναφορά σε σχέδια περαιτέρω βελτίωσης της εν λόγω εφαρμογής και γενικότερα της τεχνολογίας των Υπηρεσιών Αξιοποίησης της Γεωγραφικής Θέσης στα πλαίσια της έρευνας και της ανάπτυξης καινοτόμων μεθόδων και τεχνικών που θα μπορούσαν να συνεισφέρουν σε θέματα ανάπτυξης της Ηπείρου, όπως η περιήγηση (και τουριστική ανάδειξη) των ορεινών όγκων, η καταγραφή και προβολή περιοχών της πολιτιστικής κληρονομιάς, κτηματογραφήσεις και κτηματολογικές εφαρμογές, κ.ά.
Notes:
ฮ” ฮ”ฮตฮปฮทฮบฮฑฯฮฌฮฟฮณฮปฮฟฯ… (2004)  ฮ•ฮพฮตฮปฮนฯƒฯƒฯŒฮผฮตฮฝฮตฯ‚ ฮคฮตฯ‡ฮฝฮนฮบฮญฯ‚, ฮ ฯฯŒฯ„ฯ…ฯ€ฮฑ, ฮคฮฌฯƒฮตฮนฯ‚ ฮบฮฑฮน ฮ ฯฮฟฮบฮปฮฎฯƒฮตฮนฯ‚ ฮฑฯ€ฯŒ ฯ„ฮฟ ฯ‡ฯŽฯฮฟ ฯ„ฮทฯ‚ ฮงฮฑฯฯ„ฮฟฮณฯฮฑฯ†ฮฏฮฑฯ‚ ฮบฮฑฮน ฮ“ฮตฯ‰ฯ€ฮปฮทฯฮฟฯ†ฮฟฯฮนฮบฮฎฯ‚ ฮณฮนฮฑ ฯ„ฮทฮฝ ฮ‘ฮฝฮฌฯ€ฯ„ฯ…ฮพฮท ฮฅฯ€ฮทฯฮตฯƒฮนฯŽฮฝ ฮ‘ฮพฮนฮฟฯ€ฮฟฮฏฮทฯƒฮทฯ‚ ฯ„ฮทฯ‚ ฮ“ฮตฯ‰ฮณฯฮฑฯ†ฮนฮบฮฎฯ‚ ฮ˜ฮญฯƒฮทฯ‚ (paper in Greek; Ongoing methodologies, standards, technological trends and challenges in Cartography and Geomatics for the development of Location Based Services)   In: 8ฮฟ ฮ•ฮธฮฝฮนฮบฯŒ ฮฃฯ…ฮฝฮญฮดฯฮนฮฟ ฮงฮฑฯฯ„ฮฟฮณฯฮฑฯ†ฮฏฮฑฯ‚, 24-26 ฮฮฟฮตฮผฮฒฯฮฏฮฟฯ…, ฮ˜ฮตฯƒฯƒฮฑฮปฮฟฮฝฮฏฮบฮท ฯƒฮตฮป. 383-400 ฮงฮ‘ฮกฮคฮŸฮ“ฮกฮ‘ฮฆฮ™ฮšฮ— ฮ•ฮ ฮ™ฮฃฮคฮ—ฮœฮŸฮฮ™ฮšฮ— ฮ•ฮคฮ‘ฮ™ฮกฮ•ฮ™ฮ‘ ฮ•ฮ›ฮ›ฮ‘ฮ”ฮŸฮฃ  
Abstract: Οι “Υπηρεσίες Αξιοποίησης της Γεωγραφικής Θέσης (Location Based Services, LBS)” αποτελούν μια πρόσφατη καινοτομία στο χώρο των Τεχνολογιών Πληροφορίας και Γεωπληροφορικής. Οι συγκεκριμένες υπηρεσίες μπορούν να παρέχουν την δυνατότητα στους κατάλληλα εξοπλισμένους χρήστες, αφού πρώτα εντοπίσουν την γεωγραφική τους θέση, να αναζητούν και να ανακτούν γενικές ή εξατομικευμένες πληροφορίες που αφορούν την ευρύτερη περιοχή ή τον περιβάλλοντα χώρο όπου ευρίσκονται ή κινούνται. Στη παρούσα εργασία, που παρουσιάστηκε στο 8ο Εθνικό Χαρτογραφικό Σύνέδριο (24-26 Νοεμβρίου 2004, Θεσσαλονίκη), αρχίζοντας με μια συνοπτική επισκόπηση της τεχνολογίας των Υπηρεσιών LBS, εξετάζονται τα βασικά τμήματα υποδομής και οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται, καθώς και τα πρότυπα και οι τάσεις που έχουν επηρεάσει την ανάπτυξή των εν λόγω εφαρμογών. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις τρέχουσες απαιτήσεις, αλλά και τα διαφαινόμενα προβλήματα διασύνδεσης των συστημάτων εντοπισμού θέσης (GPS, Α-GPS, Δίκτυο-κεντρικών συστημάτων, κ.ά.), των Συστημάτων Γεωγραφικών Πληροφοριών, το Διαδίκτυο και τις ασύρματες επικοινωνίες. Εξετάζονται ο ζωτικός ρόλος της σημασιολογίας και της χώρο-χρονικής διάστασης των γεωγραφικών στοιχείων που καλούνται να διαχειρισθούν οι εφαρμογές Υπηρεσιών LBS, καθώς επίσης καταδεικνύονται οι βασικοί παράγοντες και τα κριτήρια που οδηγούν στην αποτελεσματική διαχείριση του περιεχομένου των εφαρμογών LBS μέσω κατάλληλων μοντέλων οντολογιών που χαρακτηρίζουν πολύπλευρα επίπεδα πληροφοριών (π.χ. σημασιολογικό, δομικό/σχεσιακό, μετρικό/γεωμετρικό, εντοπισμού/αναγνώρισης). Επίσης, περιγράφονται τα βασικά λειτουργικά στοιχεία, ομοιότητες και διαφορές και σενάρια χρήσης τυπικών εφαρμογών LBS που αποσκοπούν, για παράδειγμα, στην εξυπηρέτηση χρηστών είτε σε ένα περιορισμένο γεωγραφικό χώρο ή σε μια ευρύτερη περιοχή, όπου ανάλογα με τις διαφαινόμενες ανάγκες διαμορφώνονται και οι ανάλογες τεχνικές λύσεις. Τέλος, με βάση τα αποτελέσματα από τις πρώτες εμπειρίες και δοκιμές δύο συγκεκριμένων εφαρμογών που έχουν αναπτυχθεί στη ΣΑΤΜ/ΕΜΠ, γίνεται αναφορά στις περαιτέρω δυνατότητες που προσφέρονται για τις εφαρμογές LBS μέσα από τις χαρτογραφικές υπηρεσίες Διαδικτύου, ιδιαίτερα όσον αφορά τη διανομή χωρικών δεδομένων και τη επέκταση των Υπηρεσιών Αξιοποίησης της Γεωγραφικής Θέσης με επιπλέον χωρικές λειτουργίες όπως “κατ’ απαίτηση” γεωαναφορά, χωρικό εντοπισμό θέσεων ενδιαφέροντος, χαρτογράφηση κ.ά.
Notes:
1993
D Delikaraoglou, C Armenakis, D Christodoulidis (1993)  Use of Hypermedia Tools: Making Global Change Data Accessible and Comprehensible for Decision Making and Education   In: Proceedings of the United Nations/Indonesia Regional Conference on Space Science and Technology for Sustainable Development", Bandung, Indonesia, May 17-21  
Abstract:
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ Αποτελεσματικές αποφάσεις, σε επίπεδο διαχείρισης θεμάτων, που αφορούν τοπικά και παγκόσμια προβλήματα, σχετικά με το περιβάλλον και την αλλαγή του κλίματος, είναι δυνατόν να υλοποιηθούν, αν βασίζονται σε διαθέσιμες πληροφορίες για τη συμπεριφορά της Γης σαν οικοσύστημα, που είναι ακριβείς, πλήρεις, κατανοητές και άμεσα προσβάσιμες από ερευνητές, χρήστες επιστημονικών δεδομένων, πολιτικούς και άλλους ιθύνοντες και εκπαιδευτικούς. Συνήθως τέτοιες διαθέσιμες πληροφορίες συντηρούνται κυρίως σε συστήματα βάσεων δεδομένων, που είναι σχεδιασμένα να υποστηρίζουν διαφόρους χρήστες: από κρατικούς φορείς μέχρι μικρά ερευνητικά προγράμματα. Ωστόσο, αν και οι δυνατότητες τέτοιων συστημάτων πληροφοριών μπορούν να καλύπτουν από βασικές λειτουργίες αναζήτησης μέχρι πολύπλοκες διαδικασίες γραφικής ανάλυσης και παρουσίασης, το συνήθες πρόβλημα για τον μέσο χρήστη, είναι ότι αυτός δεν είναι σε θέση να αφομοιώσει ή να εκμεταλευθεί τον μεγάλο όγκο των διαθέσιμων πληροφοριών, που ενδεχομένως είναι αποθηκευμένες στα εν λόγω συστήματα. Η εν λόγω εργασία εστιάζει στις τρέχουσες τάσεις από σύγχρονες τεχνολογίες, όπως "έξυπνες Βάσεις Δεδομένων" και Πολυμέσα (Hypermedia/Multimedia), οι οποίες καθιστούν δυνατές διάφορες εναλλακτικές λύσεις και χρήση εργαλείων που μπορούν να βοηθήσουν στην αποτελεσματική χρήση μετρήσεων της Γης, για την αντιμετώπιση προβλημάτων από την παγκόσμια αλλαγή κλίματος, για αποφάσεις που αφορούν τόσο τη βιώσιμη ανάπτυξη, όσο και για εκπαιδευτικούς σκοπούς. Παρουσιάζονται πρότυπα παραδείγματα τέτοιων μεθοδολογίών και καταδεικνύονται η δομή και τα στοιχεία μοντέλων hypermedia, που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη διασύνδεση δεδομένων σε πολλαπλές μορφές (π.χ., δεδομένα τηλεπισκόπησης, όπως δορυφορικές εικόνες, γεωμετρικές ή θεματικές γεωγραφικές πληροφορίες, κείμενα, animation, κλπ.) και πως οι εν λόγω τεχνικές Hypermedia/Multimedia μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη δημιουργία εποπτικών προσεγγίσεων, που με τη σειρά τους μπορούν να επεκτείνουν την παρουσίαση της γνώσης, που περιέχεται σε ένα σύστημα "έξυπνων Βάσεων Δεδομένων" ή εφαρμογών.
D Delikaraoglou, D Christodoulidis (1993)  On the Use of Precision Kinematic GPS Techniques for Capturing Geographical Information on-the-fly   In: Proceedings of the United Nations/Indonesia Regional Conference on Space Science and Technology for Sustainable Development", Bandung, Indonesia, May 17-21.  
Abstract:
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ Δεδομένα μετρήσεων από σύγχρονες κάμερες (π.χ. πολυφασματικές βιντεοκάμερες), ραδιόμετρα και ποικίλες άλλες αερομεταφερόμενες συσκευές και όργανα χρησιμοποιούνται ευρέως για την παρατήρηση της Γης, συλλέγοντας χρήσιμες παρατηρήσεις για εφαρμογές όπως ανάπτυξη των αγροκαλλιεργειών, αποδάσωσεις και καταστροφές δασών, χρήσεις γης κλπ., καθώς και για τη συλλογή πληροφοριών σε καταστάσεις αμέσου ανάγκης και επεμβάσεων, όπως πλημμύρες, πυρκαγιές δασών, πετρελαιοκηλίδες σε παράκτιες περιοχές κ.ά. Η σύζευξη τέτοιων δεδομένων τηλεπισκόπησης με άλλες (π.χ. επίγειες) πηγές γεωγραφικής πληροφορίας αυξάνουν τις δυνατότητες και τη χρησιμότητα τέτοιων εφαρμογών. Σήμερα, το δορυφορικό Παγκόσμιο Σύστημα Εντοπισμού GPS παρέχει τις δυνατότητες που απαιτούνται για τη γεωαναφορά τέτοιων πληροφοριών με ακρίβεια και αποτελεσματικότητα. Στην εν λόγω εργασία, γίνεται μια σύγκριση μεθόδων χρήσης του GPS αυτόνομα ή σε συνδυασμό με αδρανειακά συστήματα (Inertial Navigation Systems, INS). Εξετάζονται διάφορες τυπικές εφαρμογές και παρουσιάζονται πρακτικά αποτελέσματα που εστιάζουν κυρίως στη χρήση πολλαπλών επιγείων σταθμών GPS, που χρησιμοποιούνται ως σταθμοί αναφοράς για τη ταυτόχρονη συλλογή (στους σταθμούς και το αεροσκάφος) και την ανάλυση των συλλεγμένων μετρήσεων GPS. Οι τρέχουσες εξελίξεις και οι μελλοντικές τάσεις, που αφορούν τον συνδυασμό GPS και συστημάτων λήψης ψηφιακών εικόνων παρουσιάζονται συνοπτικά.
1992
D Delikaraoglou (1992)  Global Positioning System: An overview of present capabilities, current trends and future prospects   In: International Workshop on Global Positioning Systems in Geosciences, Chania, Crete, May, pp. 66-78  
Abstract:
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ Το δορυφορικό Παγκόσμιο Σύστημα Εντοπισμού (GPS) παίζει ήδη ένα σημαντικό ρόλο σε όλες σχεδόν τις επίγειες, στις θαλάσσιες, στις εναέριες ή στις διαστημικές εφαρμογές εντοπισμού (π.χ. για ποικίλα επίπεδα ακρίβειας, σε έργα μικρής ή μεγάλης κλίμακας, σε εμπορικές ή επιστημονικές εφαρμογές, κλπ.). Καθώς ο σχηματισμός των δορυφόρων GPS πλησιάζει στην προγραμματισμένη επιχειρησιακή φάση λειτουργίας τους, είναι φανερή μια σειρά ανερχόμενων τεχνολογικών τάσεων, που αφορούν τη λειτουργία και τη χρήση του συστήματος. Καθώς η τεχνολογία των δεκτών GPS αναμένεται να ωριμάζει όλο και περισσότερο και το κόστος των δεκτών να μειώνεται κατά μία ή δύο τάξεις μεγέθους στην επόμενη δεκαετία, η ακρίβεια από τις εργασίες GPS αναμένεται να αυξηθεί, κατά περίπου μια τάξη μεγέθους, με τη διάθεση δεκτών πιο συνεπτυγμένων, σε μέγεθος και βάρος και μικρότερων απαιτήσεων σε ηλεκτρική ισχύ, με τη διάθεση προς χρήση σταθμών GPS συνεχούς λειτουργίας και την εφαρμογή αποτελεσματικών κινηματικών μεθόδων εντοπισμού. Στην εν λόγω εργασία, εξετάζονται οι παραπάνω τεχνολογικές τάσεις και γίνεται μια προσπάθεια να στοιχειοθετηθούν, πέρα από τις τυπικές εφαρμογές εντοπισμού και πλοήγησης, τα πλαίσια νέων εφαρμογών GPS, που καθίστανται δυνατές εξ αιτίας των εν λόγω εξελίξεων. Εξετάζονται οι σύγχρονες εξελίξεις και τάσεις, που αφορούν τους εξοπλισμούς και τα μοντέλα ανάλυσης GPS για εφαρμογές σε πραγματικό χρόνο (real-time) ή κατόπιν μετεπεξεργασίας των μετρήσεων. Χαρακτηριστικά συζητούνται θέματα, όπως οι μεθοδολογίες διαφορικού GPS, η εκμετάλευση συνδυασμένων μετρήσεων του κώδικα και της φάσης του φέροντος κύματος GPS, η χρήση πολλαπλών επιγείων σταθμών αναφοράς ως μέσου αντιμετώπισης των επιδράσεων της εσκεμμένης υποβάθμισης της ακρίβειας του GPS (π.χ. λόγω της Επιλεκτικής Διαθεσιμότητας (Selective Availability)), καθώς και διάφοροι περιοριστικοί παράγοντες στη χρήση του συστήματος GPS.
D Delikaraoglou (1992)  Airborne kinematic applications of the Global Positioning System using multiple monitor stations   In: International Workshop on Global Positioning Systems in Geosciences, Chania, Crete, May, pp. 367-379.  
Abstract:
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ Παραδοσιακά, η πλειονότητα των γεωδαιτικών εφαρμογών GPS αφορούν χρήση του συστήματος με μεθόδους στατικού εντοπισμού. Ωστόσο με τη διάθεση νέων τύπων δεκτών, που παρέχουν υψηλής ποιότητας μετρήσεις και λειτουργικές δυνατότητες σε πραγματικό χρόνο, καθώς και με τη χρήση υψηλών προδιαγραφών μεθόδων διαφορικού GPS, ένα σημαντικό μέρος των εφαρμογών στη θάλασσα και τον αέρα μπορούν πλέον να ικανοποιηθούν εύκολα από κινηματικές μεθόδους. Οι παραπάνω δυνατότητες είναι αποτέλεσμα κυρίως των εξελίξεων στα ηλεκτρονικά, όπου είναι πλέον δυνατόν να χρησιμοποιούνται πολλαπλά κανάλια παρακολούθησης των δορυφορικών σημάτων, σε συνεπτυγμένες σε μέγεθος και βάρος συσκευές, με δυνατότητα μετρήσεων σε γρήγορους ρυθμούς, καλύτερη δυνατότητες αποθήκευσης των μετρήσεων κλπ. Ενδεικτικά αναφέρονται εναέριες εφαρμογές όπως για φωτογραμμετρικές εργασίες και τηλεπισκόπηση, βαρυτομετρία από αέρος, καταγραφή προφίλ της μορφολογίας του εδάφους από αερομεταφερόμενες συσκευές λέϊζερ, όπου η χρήση κινηματικών μεθόδων GPS συχνά επιτρέπει να ξεπεραστούν διάφορα προβλήματα, τα οποία συνήθως προκύπτουν στην εκτέλεση επιγείων μετρήσεων. Στην εν λόγω εργασία, γίνεται μια σύγκριση μεθόδων χρήσης του GPS αυτόνομα ή σε συνδυασμό με αδρανειακά συστήματα (Inertial Navigation Systems, INS). Εξετάζονται διάφορες τυπικές εφαρμογές και παρουσιάζονται πρακτικά αποτελέσματα που εστιάζουν κυρίως στη χρήση πολλαπλών επιγείων σταθμών GPS, που χρησιμοποιούνται ως σταθμοί αναφοράς για τη ταυτόχρονη συλλογή (στους σταθμούς και το αεροσκάφος) και την ανάλυση των συλλεγμένων μετρήσεων GPS. Επιπλέον συζητούνται συγκεκριμένα ερωτηματικά, που σχετίζονται με τα χρησιμοποιούμενα μαθηματικά μοντέλα, τις διαδικασίες υλοποίησης των συγκεκριμένων εφαρμογών και των αναγκαίων εξοπλισμών που απαιτούνται, ώστε να προκύψουν περαιτέρω βελτιώσεις.
Y Georgiadou, I Webster, D Delikaraoglou (1992)  GPS Ionospheric Modelling for Moving Platforms   In: International Workshop on Global Positioning Systems in Geosciences, Chania, Crete, May, pp. 392-399.  
Abstract:
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ Η εν λόγω εργασία περιγράφει τα μαθηματικά μοντέλα κινηματικού εντοπισμού, που εφαρμόστηκαν, και τα αποτελέσματα, που επιτεύχθηκαν, από μια καμπάνια μετρήσεων από αερομεταφερόμενο GPS, που εκτελέστηκαν στη περιοχή της Ottawa, Ontario, τον Οκτώβριο 1990, από τα Ομοσπονδιακά Κέντρα Τηλεπισκόπησης (Canada Centre for Remote Sensing, CCRS) και Τοπογραφίας (Canada Centre for Surveying, CCS) του Υπουργείου Ενέργειας, Ορυκτών και Φυσικών Πόρων του Καναδά (Energy, Mines and Resources Canada). Εξετάζεται επίσης ένα καινούργιο μοντέλο, για τη διόρθωση των μετρήσεων GPS μονής συχνότητας από τις καθυστερήσεις που προκαλεί η ιονόσφαιρα στα σήματα των δορυφόρων GPS. Η μοντελοποίηση των εν λόγω επιδράσεων γίνεται με βάση μετρήσεις GPS διπλής συχνότητας, που εκτελούνται σε επίγειους σταθμούς στη περιοχή δράσης του αερομεταφερόμενου GPS μονής συχνότητας. Από τα εν λόγω μοντέλα, υπολογίζονται οι μεταβολές των ιονοσφαιρικών καθυστερήσεων σαν συνάρτηση του χρόνου και εφαρμόζονται στις αντίστοιχες παρατηρήσεις μονής συχνότητας μετρήσεων GPS στο αεροσκάφος. Από τα αποτελέσματα των αναλύσεων καταδεικνύεται ότι η εφαμογή των εν λόγω μοντέλων επιτρέπει τη διόρθωση των ιονοσφαιρικών σφαλμάτων στις μετρήσεις GPS στο αεροσκάφος, σε επίπεδα ακρίβεια της τάξης του 1 part per million (ppm) ή περίπου μεταξύ 20 και 70 cm, για τυπικές περιόδους πτήσεων 3 μέχρι και πλέον των 4 ωρών. Αυτό προκύπτει από τη σύγκριση των διακριτών θέσεων (σχετικών συντεταγμένων του αεροσκάφους) της αντένας GPS στο αεροσκάφος, όπως αυτές υπολογίστηκαν από διαφορετικούς επίγειους σταθμούς αναφοράς, που εκτελούσαν ταυτόχρονες GPS μετρήσεις κατά τη διάρκεια των πτήσεων του αεροσκάφους.
1990
D Delikaraoglou, H Dragert, J Kouba, K Lochhead, J Popelar (1990)  The Development of a Canadian GPS Active Control System: Status of the Current Array   In: 2nd International Symposium on Precise Positioning with the Global Positioning System (GPS), Ottawa, Canada, Sept.  
Abstract:
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ Η εν λόγω εργασία αναφέρεται στο Σύστημα Ενεργών Δικτύων (Active Control System, ACS), το οποίο αναπτύσεται από το Υπ. Ενέργειας, Ορυκτών και Φυσικών Πόρων του Καναδά. Το σύστημα ACS βασίζεται σε ένα δίκτυο σταθμών GPS συνεχούς λειτουργίας, των οποίων τα δεδομένα των μετρήσεων GPS παρέχουν τη δυνατότητα να υπολογίζονται τροχιακές εφημερίδες και να επιτυγχάνεται η γεωαναφορά σημείων και άλλων χωρικών στοιχείων με υψηλή ακρίβεια, για τις ανάγκες ποικίλων γεωδαιτικών, γεωφυσικών, ωκεανογραφικών, χαρτογραφικών και άλλων εφαρμογών. Η εν λογω εργασία περιγράφει την τρέχουσα δομή και τα χαρακτηριστικά του συστήματος, που αποτελείται από τέσσερις σταθμούς στον κεντρικό και δυτικό Καναδά, εξοπλισμένους με γεωδαιτικούς δέκτες TI-4100. Αναφέρεται στις κεντρικές εγκαταστάσεις του συστήματος στην Ottawa, Ontario, όπου παρακολουθούνται εξ αποστάσεως, αυτόματα και συνεχώς όλες οι επιμέρους λειτουργείες κάθε σταθμού και τα δεδομένα, που συλλέγονται, μεταφέρονται στους κεντρικούς κομπιούτερ με υψηλής ταχύτητας επίγειες και δορυφορικές γραμμές τηλεπικοινωνίας και επαγωγής δεδομένων. Τα δεδομένα με τη σειρά τους αναλύονται και υπολογίζονται οι συντεταγμένες των σταθμών και άλλοι γεωδαιτικοί παράμετροι ενδιαφέροντος, και τα εν λόγω προϊόντα αποθηκεύονται για περαιτέρω χρήση ή προώθηση σε ενδιαφερόμενους χρήστες. Η εργασία εστιάζει επίσης σε σειρά εν εξελίξει εργασιών, που αποσκοπούν στον εκσυγχρονισμό του κυρίως εξοπλισμού των σταθμών με δέκτες GPS τύπου ROGUE, καθώς και με την ανάπτυξη του συστήματος διαχείρισης των δεδομένων του συστήματος ACS.
D Delikaraoglou, N Christou, M Berube (1990)  Monitoring the Oceans with Satellite Altimetry Techniques   In: Inter. Society for Photogrammetry and Remote Sensing Symp. on Global Environmental Monitoring: Techniques and Impacts, Victoria, B.C., Canada, Sept.  
Abstract:
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ Μετρήσεις από δορυφορικά ραντάρ αλτιμετρίας παρέχουν ενδείξεις για το ύψος της επιφάνειας της θάλασσας, το ύψος των κυμάτων και την ισχύ και κατεύθυνση των ανέμων στις θαλάσσιες περιοχές, πάνω από τις οποίες διέρχονται οι αλτιμετρικοί δορυφόροι. Για τα τρία προηγούμενα χρόνια, το αλτίμετρο ραντάρ του δορυφόρου GEOSAT του αμερικανικού πολεμικού ναυτικού χρησιμοποιείται για να μελετηθούν η κατάσταση των θαλασσών και η συμπεριφορά της κυκλοφορίας των ωκεανών (π.χ. παλίρροιες, ρεύματα) σε παγκόσμιο επίπεδο. Στο άμεσο μέλλον, νέοι αλτιμετρικοί δορυφόροι, που προγραμματίζεται να τεθούν σε λειτουργία, όπως οι δορυφόροι των σειρών ERS, TOPEX/Poseidon, κ.ά., αναμένεται να δώσουν αυξημένες δυνατότητες για την συνεχή παρατήρηση των ωκεανών, ώστε να μελετηθούν με μεγαλύτερη ακρίβεια οι μεταβολές των θαλασσών, καθώς και να διαχωρισθούν οι επιδράσεις σε αυτές των διαφόρων αιτίων των φαινομένων που τις προκαλούν (π.χ., πίεση των ανέμων, ατμοσφαιρικές συνθήκες, κλπ.). Για να επιτευχθούν τέτοιοι στόχοι, απαιτείται να δημιουργηθούν οι αναγκαίες υποδομές, για την ανάλυση αλτιμετρικών και άλλων συναφών δεδομένων παρατήρησης των ωκεανών σε επιχειρησιακό επίπεδο, ώστε από τις απορρέουσες πληροφορίες να μπορούν να μελετηθούν φαινόμενα, όπως εκείνο της παγκόσμια αλλαγής κλίματος, που αντανακλάται εν πολλοίς στις μεταβολές της συμπεριφοράς των θαλασσών. Η εν λόγω εργασία, παρουσιάζει τις ερευνητικές προσπάθειες που καταβάλλονται, για αυτό το σκοπό στο Ομοσπονδιακό Κέντρο Τοπογραφίας του Καναδά. Παρουσιάζονται αποτελέσματα των αναλύσεων αλτιμετρικών δεδομένων από τη λεγόμενη περίοδο Επαναλαμβανόμενων Τροχιών (Exact Repeat Mission) του δορυφόρου GEOSAT, που έγιναν με συγκεκριμένα μαθηματικά μοντέλα και λογισμικό που αναπτυχθήκε για τη δημιουργία ενδιάμεσων και δοκιμαστικών αλτιμετρικών προϊόντων. Επιπλέον γίνεται μια ανασκόπηση των προγραμματισμένων ενεργειών του Κέντρου Τοπογραφίας για τη χρήση των μελλοντικών αλτιμετρικών δορυφόρων σε εφαρμογές του άμεσου ενδιαφέροντος για τον Καναδά (π.χ., τη μελέτη των ωκεανών στις αρκτικές περιοχές της χώρας).
1989
D Delikaraoglou, H Dragert, A Lambert (1989)  GLRS Crustal Movements, Altimetry and Eos Precise Orbit Experiments in Canada   In: International Geoscience and Remote Sensing Symposium, Vancouver, Canada, July, pp. 1368-1371.  
Abstract:
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ Το συνδυασμένο σύστημα λέιζερ αποστάσεων και αλτίμετρου (Geoscience Laser Ranging and Altimetrer System, GLRS) είναι ένα από τα πολλά ειδικά όργανα που πρόκειται να μεταφέρουν οι δορυφόροι-πολικές πλατφόρμες για το πρόγραμμα Eos (Earth Observing System) της ΝΑΣΑ. Το GLRS είναι σχεδιασμένο για να εκτελεί μετρήσεις αποστάσεων από ένα δορυφορικό λέϊζερ υψηλής ακρίβειας, κάνοντας χρήση μικρού κόστους ανακλαστήρων στο έδαφος. Το GLRS παρέχει επίσης τη δυνατότητα αλτιμετρικών μετρήσεων (με ακρίβειες καλύτερες από 10 cm) για τη καταγραφή τοπογραφικών προφίλ στις παγωμένες επιφάνειες των αρκτικών περιοχών, στους ωκεανούς και στην επιφάνεια της Γης. Η εν λόγω εργασία παρουσιάζει αναλυτικά τις δυνατότητες του συστήματος GLRS στα πλαίσια των ερευνητικών εφαρμογών του άμεσου ενδιαφέροντος για τον Καναδά. Ιδιαίτερα, γίνεται μια επισκόπηση συγκεκριμένων ερευνητικών δραστηριοτήτων και μελετών, που θα βασίζονται στη συνεργιστική χρήση του GLRS, του δικτύου των σταθμών GPS συνεχούς λειτουργίας (Active Control System (ACS) networks) και των σταθμών μετρήσεων Συμβολομετρίας Μεγάλων Αποστάσεων (Very Long Baseline Interferometry, VLBI), για την παρακολούθηση τεκτονικών μικρομετακινήσεων και παρουσιάζονται σχέδια ειδικών πειραμάτων διεξαγωγής μετρήσεων (α) στις περιοχές της δυτικής ακτής του Καναδά, όπου υφίστανται γεωδυναμικού χαρακτήρα τεκτονικές μετακινήσεις και παραμορφώσεις, και (β) στη περιοχή Hudson Bay του βόρειου Καναδά, όπου υφίστανται φαινόμενα μετακίνησης του στερεού φλοιού της Γης εξ αιτίας της απόσυρσης των παγετώνων (post-glacial rebound).
D Delikaraoglou, J A R Blais, E R Kanasewich, D Agouridis (1989)  Satellite Altimetry: Utilization for Resource Exploration   In: International Geoscience and Remote Sensing Symposium, Vancouver, Canada, July, pp. 1078-1081.  
Abstract:
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ Οι τρέχουσες εξελίξεις στις τεχνολογίες δορυφορικών εντοπισμών και τηλεπισκόπησης, ιδιαίτερα με τις προγραμματισμένες στα επόμενα χρόνια αποστολές σειράς ειδικών δορυφόρων, που πρόκειται να καταλήξουν στις διαστημικές πλατφόρμες του προγράμματος Eos (Earth Observing System), δίνουν έμφαση στην ανάγκη να αναπτυχθούν μοντέρνες μεθόδοι που θα εκμεταλλεύονται λεπτομερώς και σε συνέργεια τις μοναδικές επιμέρους δυνατότητες των εν λόγω δορυφορικών συστημάτων ή τεχνολογιών. Ακόμα και με τις σημερινές τεχνολογικές δυνατότητες των αλτιμετρικών δορυφόρων, είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν οι μετρήσεις των ραντάρ αλτιμετρίας, για να μελετηθούν οι μεταβολές του πεδίου βαρύτητας της Γης και να χαρτογραφηθούν περιοχές, όπου επικρατούν μεταβολές της πυκνότητας στον ανώτερο φλοιό της Γης και για να ανιχνεύονται γεωλογικά χαρακτηριστικά, ανάλογα τη μορφολογία τους ή τις μεταβολές που προκαλούν στο πεδίο βαρύτητας. Στην εν λόγω εργασία ερευνάται η ενδεχόμενη χρήση της δορυφορικής αλτιμετρίας για εφαρμογές εξερεύνησης πετρελαίου σε παράκτιες και θαλάσσιες περιοχές. Παρουσιάζονται συνοπτικά οι τεχνολογικές εξελίξεις και οι ξεχωριστές ικανότητες τους, που αφορούν τα σύγχρονα ραντάρ αλτιμετρίας και δίνεται έμφαση στις ειδικές μεθόδους ανάλυσης των αλτιμετρικών μετρήσεων που απαιτούνται, για να εξάγει κανείς τις απαραίτητες πληροφορίες, που ενδιαφέρουν για τις εφαρμογές εξερεύνησης πετρελαίου. Παρουσιάζονται οι διαδικασίες και τα βασικά μαθηματικά μοντέλα, που επιτρέπουν τέτοιες αναλύσεις, σε μια προσπάθεια να στοιχειοθετηθεί, πως η δορυφορική αλτιμετρία μπορεί να αποτελέσει μια καινούργια χρήσιμη πηγή γεωφυσικής πληροφορίας και να χρησιμοποιηθεί συνεργιστικά μαζί με άλλα εργαλεία και τεχνικές για τέτοιους σκοπούς.
1986
D Delikaraoglou, R R Steeves, N Beck (1986)  Development of a Canadian Active Control System using GPS   In: Proc. 4th International Symp. on Satellite Positioning, Austin, Texas, May , pp. 1189-1204  
Abstract:
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ Στο παρόν άρθρο περιγράφονται οι δραστηριότητες και ο σχεδιασμός για την εγκατάσταση, στον Καναδά, ενός Συστήματος Ενεργών Γεωδαιτικών Δικτύων από σημεία GPS (Active Control GPS Points - ACP). Σε κάθε σταθμό του εν λόγω δικτύου θα είναι εγκατεστημένος ένας δέκτης GPS, ο οποίος θα ελέγχεται πλήρως από ένα μικρο-κομπιούτερ, που θα παρακολουθεί ανελλιπώς τις τροχιές όλων των ορατών δορυφόρων και το σύστημα θα λειτουργεί αυτόματα και χωρίς διακοπή. Το προκύπτον σύστημα σταθμών συνεχούς παρακολούθησης (Active Control System - ACS) θα λειτουργεί αφ' ενός σαν δίκτυο υποστήριξης, για τον υπολογισμό με υψηλές ακρίβειες των τροχιών των δορυφόρων GPS, για τη βελτίωση της ποιότητας των τροχιακών εφημερίδων τοπικά σε ολόκληρη την περιοχή του Καναδά και αφ' ετέρου σαν δίκτυο αναφοράς και ελέγχου για το διαφορικό εντοπισμό σημείων από διάφορους χρήστες του GPS. Σύμφωνα με τα ισχύοντα σχέδια, πρόκειται να πραγματοποιηθεί η εγκατάσταση δύο έως πέντε τέτοιων σταθμών GPS συνεχούς λειτουργίας, σαν δοκιμαστικό σύστημα ACS. Στο άρθρο περιγράφεται επίσης ο σχεδιασμός υποδομής των εγκαταστάσεων κάθε σταθμού και της κεντρικής μονάδας παρακολούθησης (Control Facility) της λειτουργίας του συστήματος ACS.
D Delikaraoglou, D J MacArthur, P Heroux, N Beck (1986)  Improvements in the second generation GPS software of the Canadian Geodetic Survey   In: Proc. 4th International Symp. on Satellite Positioning, Austin, Texas, May , pp.821-838  
Abstract:
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ Στο Πρώτο Διεθνές Συμπόσιο για τον εντοπισμό σημείων με χρήση του Παγκόσμιου Συστήματος Εντοπισμού (GPS) προσδιορίστηκαν και υποδείχθηκαν διάφορα πεδία έρευνας και προτάθηκαν επίσης βελτιώσεις των χρησιμοποιούμενων λογισμικών, ιδιαίτερα ως προς τα μοντέλα υπολογισμού των τροχιών, τις τεχνικές για τον επακριβή προσδιορισμό των παραμέτρων για την ανάλυση της ασάφειας των ακέραιων κύκλων φάσης του σήματος GPS, τη μοντελοποίηση των ατμοσφαιρικών επιδράσεων, τα μοντέλα συνόρθωσης διαφορικών ή μη-διαφορικών μετρήσεων φάσης, κλπ. Η εν λόγω εργασία εστιάζει στις δραστηριότητες για την ανάπτυξη λογισμικών GPS, που έγινε από τη Γεωδαιτική Υπηρεσία του Καναδά (Canadian Geodetic Survey) μέχρι σήμερα, και τα οποία αφορούν κυρίως τον προσδιορισμό απλών η πολλαπλών μετρήσεων γεωδαιτικών βάσεων μεταξύ σημείων, χρησιμοποιώντας τις μετρήσεις διπλών και τριπλών διαφορών φάσης του GPS. Πρόσφατες βελτιώσεις έχουν οδηγήσει στην ανάπτυξη μιας δεύτερης γενιάς λογισμικών, η οποία επιτρέπει τον ταυτόχρονο προσδιορισμό των τροχιών των δορυφόρων GPS και των γεωδαιτικών παραμέτρων (π.χ. σχετικές τρισδιάστατες συντεταγμένες) των βάσεων μεταξύ πολλαπλών επίγειων σταθμών, από διαφορικές ή μη-διαφορικές μετρήσεις GPS. Στο παρόν άρθρο παρουσιάζονται συνοπτικά η θεωρία, το υπόβαθρο και η δομή των λογισμικών, που αναπτύχθηκαν για την συνόρθωση των μετρήσεων με GPS, με τα κυριότερα χαρακτηριστικά τους καθώς και οι τελευταίες εξελίξεις και βελτιώσεις για τη χρήση τους, κάτω από τις απαιτητικές συνθήκες παραγωγής και των αναγκών της Γεωδαιτικής Υπηρεσίας του Καναδά.
D Delikaraoglou (1986)  Report on a Canadian Active Control System using GPS   In: Institute of Navigation National Meeting, Long Beach, CA, Jan.  
Abstract:
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ Η Καναδική Γεωδαιτική Υπηρεσία (Canadian Geodetic Survey) πρόσφατα ξεκίνησε μια έρευνα με στόχο να εξετασθούν για το άμεσο μέλλον διάφορα σενάρια για τη συνδυασμένη χρήση των τεχνολογιών Συμβολομετρίας Μεγάλων Αποστάσεων (Very Long Baseline Interferometry, VLBI), του δορυφορικού Παγκόσμιου Συστήματος Εντοπισμού (Global Positioning System, GPS) και των τεχνολογιών επικοινωνίας και ηλεκτρονικής μεταφοράς δεδομένων για την ικανοποίηση των γεωδαιτικών αναγκών του Καναδά. Η εν λόγω εργασία περιγράφει ένα τέτοιο ενδεχόμενο σύστημα, που κρίνεται ιδιαίτερα πλεονεκτικό και είναι βασισμένο σε ένα μικρό αριθμό συγκεκριμένων σταθμών VLBI και ένα αριθμό αυτοματοποιημένων σταθμών GPS συνεχούς λειτουργίας (Active Control Points, ACP). Σε κάθε σταθμό ACP θα είναι εγκατεστημένος ένας δέκτης GPS, ο οποίος θα ελέγχεται πλήρως από ένα μικρο-κομπιούτερ, που θα βρίσκεται σε ένα προφυλαγμένο από τις καιρικές συνθήκες περιβάλλον και θα λειτουργεί αυτόματα και χωρίς διακοπή. Το συνολικό δίκτυο των εν λόγω σταθμών θα μπορεί να υπολογίζει τις θέσεις των δορυφόρων GPS και των επιγείων σταθμών με ακρίβειες καλύτερες από 10 cm, γρήγορα και με λογικό κόστος. Στο άρθρο αυτό παρουσιάζονται λεπτομερώς οι απαραίτητες λειτουργίες του συστήματος και περιγράφονται συγκεκριμένες προγραμματισμένες δραστηριότητες και σχέδια για πλήρη ανάπτυξη ένος τέτοιου συστήματος.
1985
D Delikaraoglou, N Beck, D J MacArthur, K Lochhead (1985)  On the establishment of 3-D geodetic control by Interferometry with the TI-4100 GPS receiver   In: First International Symp. on GPS, Rockville, MD., pp. 645-656  
Abstract:
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ Στο άρθρο αυτό γίνεται επισκόπηση συγκεκριμένων θεωρητικών και πρακτικών προβλημάτων, που προέκυψαν κατά την εγκατάσταση γεωδαιτικών δικτύων ελέγχου αποτελούμενων από πολλούς σταθμούς για τρισδιάστατο εντοπισμό, με χρήση διαφορικών (σχετικών) παρατηρήσεων του Παγκοσμίου Συστήματος Εντοπισμού (GPS), οι οποίες πραγματοποιήθηκαν με δέκτες GPS, τύπου Texas Instruments TI-4100. H Γεωδαιτική Υπηρεσία του Καναδά (Canadian Geodetic Survey) έχει ιδρύσει ένα υψηλής ακριβείας δίκτυο ελέγχου (calibration network), στην περιοχή της Ottawa, στο οποίο οι γεωδαιτικές βάσεις μεταξύ των κορυφών του κυμαίνονται από 13 έως 102 km και στο οποίο έγιναν το 1984, με δέκτες GPS τύπου TI-4100 οι προαναφερόμενες οι παρατηρήσεις GPS. Τα αποτελέσματα των μετρήσεων αυτών παρουσιάζονται στη συγκεκριμένη εργασία και δίνεται έμφαση στις τεχνικές ανάλυσης, που χρησιμοποιήθηκαν, γίνεται επίσης σύγκριση των οριζοντιογραφικών και υψομετρικών ακριβειών των συντεταγμένων, που προέκυψαν, σε σχέση με τον προσδιορισμό τους από ανεξάρτητες επίγειες μετρήσεις. Τα αποτελέσματα, από την εν λόγω σύγκριση, έδειξαν διαφορές της τάξης μερικών δεκάτων του arcsec για τα αζιμούθια των βάσεων που μετρήθηκαν και 1-2 parts per million (ppm) ή 1-2 mm/km για τις αποστάσεις μεταξύ βάσεων από 10 μέχρι 100 km.
D Delikaraoglou, R R Steeves (1985)  The Impact of VLBI and GPS on geodesy in Canada   In: First International Symp. on GPS, Rockville, MD., pp. 743-752  
Abstract:
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ Ο ταχύτατος ρυθμός στην εξέλιξη των συστημάτων εντοπισμού από διαστημικές και δορυφορικές τεχνολογίες, όπως η Συμβολομετρία Μεγάλων (ή πολύ μεγάλων) Αποστάσεων ((Very) Long Baseline Interferometry - (V)LBI) και το GPS, αλλάζει συνεχώς τις μεθόδους των γεωδαιτικών προσδιορισμών, οι οποίες είχαν καθιερωθεί στις τελευταίες δεκαετίες. Ήδη υπάρχουν ισχυρά στοιχεία, ότι οι νέες αυτές τεχνολογίες θα δώσουν τη δυνατότητα να επιτευχθεί ένας παλαιός στόχος των γεωδαιτών, δηλαδή να υλοποιηθεί ένα ενιαίο, παγκόσμιο γεωδαιτικό δίκτυο ελέγχου, συνδεδεμένο με ένα αδρανειακό σύστημα αναφοράς (Inertial Reference Frame). Οι προσδιορισμοί, που γίνονται με (V)LBI κατ' επανάληψη και σε τακτά χρονικά διαστήματα, θα παράσχουν ένα ακριβές μοντέλο για τη δυναμική συμπεριφορά της Γης σε παγκόσμια κλίμακα, καθώς επίσης και για τις αλλαγές στη σχετική θέση των αντενών σε ολόκληρη την επιφάνεια της γης, με ακρίβειες της τάξεως του 5 έως 10 cm, οι οποίες θα επιτυγχάνονται με περιόδους παρατηρήσεων μικρότερες της μίας ημέρας. Αντίστοιχα, το GPS θα επιτρέπει εντοπισμό της θέσης σημείων στο τριασδιάστατο χώρο, με ταχύτατο και οικονομικό τρόπο, με ακρίβειες λίγων εκατοστών σε αποστάσεις 20-100 km ή και μεγαλύτερες και κατά συνέπεια θα μπορεί να υποκαταστήσει τις επίγειες μετρήσεις στις περισσότερες γεωδαιτικές εφαρμογές. Στο παρόν άρθρο γίνεται μία ανασκόπηση των ενδεχόμενων σεναρίων, που μελετώνται από τη Γεωδαιτική Υπηρεσία του Καναδά (Canadian Geodetic Survey), για τη χρήση των τεχνολογιών (V)LBI και του GPS στον Καναδά, ιδιαίτερα σε σχέση με την εξέλιξη των γεωδαιτικών δικτύων με τη χρήση μετρήσεων (V)LBI και GPS, καθώς επίσης και με τη βελτίωση στην ακρίβεια του προσδιορισμού του γεωειδούς και κατά συνέπεια στον ακριβέστερο προσδιορισμό των ορθομετρικών υψομέτρων (π.χ. από μετρήσεις GPS σε μικρές αποστάσεις και τοπικά μοντέλα του γεωειδούς).
D J McArthur, N Beck, K Lochhead, D Delikaraoglou (1985)  Precise Relative Positioning with the Macrometer V-1000 Interferometric Surveyor: experiences at the Geodetic Survey of Canada   In: First International Symp. on GPS, Rockville, MD., pp. 521-532  
Abstract:
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του 1983 το Τμήμα Γεωφυσικής (Earth Physics Branch, EPB) και η Καναδική Γεωδαιτική Υπηρεσία (Canadian Geodetic Survey, CGS), του Υπουργείου Ενέργειας, Ορυκτών και Φυσικών Πόρων του Καναδά (Federal Department of Energy, Mines and Resources), χρησιμοποίησαν δύο δορυφορικούς δέκτες GPS τύπου Macrometer V-1000, προκειμένου να αξιολογήσουν την τότε πλέον σύγχρονη τεχνολογία δεκτών GPS για γεωδαιτικές μετρήσεις και να ελέγξουν διάφορα πακέτα λογισμικού επίλυσης των μετρήσεων GPS. Τα αποτελέσματα των εν λόγω μετρήσεων, πού έγιναν σε ένα υψηλής ακρίβειας δίκτυο δοκιμών GPS στην Ottawa, Ontario, οδήγησαν τη Γεωδαιτική Υπηρεσία να χρησιμοποιήσει μεταγενέστερα τέσσερις δέκτες τύπου Macrometer ταυτόχρονα, ώστε να μετρήσει ένα γεωδαιτικό δίκτυο αποτελούμενο από 22 σημεία στην επαρχία της Manitoba, το καλοκαίρι του 1984. Το εν λόγω άρθρο παρουσιάζει ανακεφαλαιωτικά τα αποτελέσματα, που επιτεύχθηκαν κατά τη διάρκεια των εν λόγω εργασιών, και δίνει έμφαση στους γεωδαιτικούς υπολογισμούς και στις πρακτικές διεργασίες διεξαγωγής των γεωδαιτικών μετρήσεων με δέκτες τύπου Macrometer V-1000, στις διαδικασίες επεξεργασίας και στις μεθόδους συνόρθωσης των δεδομένων.
1984
N Beck, D Delikaraoglou, K Lochhead, D J MacArthur, G Lachapelle (1984)  Preliminary results on the use of differential GPS Positioning for geodetic applications   In: Symposium on Position, Location and Navigation Systems (PLANS โ€˜84), San Diego, CA, Nov. 26-29 , pp. 163-168, Inst. of Electrical and Electronics Eng.  
Abstract: Over the past year the Surveys and Mapping and the Earth Physics Branches of the Federal Department of Energy, Mines and Resources of Canada have jointly pursued an extensive research program in the Global Positioning System (GPS) technology. As part of this program two differential GPS observation campaigns have been carried out in the Ottawa area for the purpose of assessing the GPS performance for various differential operation modes and evaluating different GPS receiver equipment systems such as the Macrometer V-1000 and the TI-4100. A calibration network with baselines ranging in length from 2 km to 220 km has been established by terrestrial techniques and has been used for various intercomparisons. In this paper the initial TI-4100 campaign results are presented both by comparing the performance of TI-4100 against the terrestrial standards in determining 3-D relative positions of the survey stations, and by comparing with the Macrometer V-1000 results for the same baselines.
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ Κατά το παρελθόν έτος τα Τμήματα Τοπογραφίας και Χαρτογραφίας (Surveys and Mapping) και Γεωφυσικής (Earth Physics Branch), του Υπουργείου Ενέργειας, Ορυκτών και Φυσικών Πόρων του Καναδά (Federal Department of Energy, Mines and Resources), χρηματοδότησαν από κοινού ένα εκτενές έρευνητικό πρόγραμμα αφιερωμένο στην τεχνολογία του δορυφορικού Παγκοσμίου Συστήματος Εντοπισμού (GPS). Ένα μέρος του εν λόγω προγράμματος, περιλάμβανε τη διεξαγωγή δύο σειρών διαφορικών μετρήσεων GPS στην περιοχή της Ottawa, με σκοπό να εκτιμηθεί η χρήση των GPS, με διάφορες τεχνικές διαφορικών μετρήσεων και να αξιολογηθούν τα διάφορα συστήματα δεκτών GPS, όπως οι τύποι Macrometer V-1000 και TI-4100. Με επίγειες μεθόδους ιδρύθηκε ένα υψηλής ακρίβειας πρότυπο δίκτυο ελέγχου (calibration network), με βάσεις μεταξύ των κορυφών, που κυμαίνονταν από 2 km έως 20 km και το οποίο χρησιμοποιήθηκε για τις διάφορες αλληλοσυγκρίσεις των αποτελεσμάτων που επιτεύχθηκαν. Στην εν λόγω εργασία παρουσιάζονται αναλυτικά τα αποτελέσματα της αρχικής σειράς μετρήσεων GPS, με τη χρήση των δεκτών τύπου TI-4100 και γίνεται αξιολόγηση των αποτελεσμάτων αυτών, αφ' ενός σε σύγκριση με τις αντίστοιχες συντεταγμένες από το υψηλής ακρίβειας πρότυπο δίκτυο ελέγχου και αφ' ετέρου σε σύγκριση με τα αποτελέσματα, που ελήφθησαν από τις μετρήσεις με τους δέκτες τύπου Macrometer V-1000 για τις ίδιες γεωδαιτικές βάσεις. Αναλύονται χρήσιμα πρακτικά συμπεράσματα για την περαιτέρω βελτίωση των μεθόδων χρήσης του GPS για επιχειρησιακούς σκοπούς.
1983
D Delikaraoglou  Local Orbit Improvement and Sea Surface Computations from Doppler Tracking and Satellite Altimetry   In: 3rd International Symp. On Satellite Doppler Positioning, Las Cruces, New Mexico  
Abstract:
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ Η εν λόγω εργασία αποτελεί μια συνοπτική παρουσίαση των αποτελεσμάτων της έρευνας που διεξάχθηκε για τη διδακτορική διατριβή στο Πανεπιστήμιο του New Brunswick. Παρουσιάζονται οι βασικές αρχές της μεθόδου ανάλυσης ημί-μικρού μήκους δορυφορικών τροχιακών τόξων (semi-short arc technique) και η εφαρμογή της εν λόγω μεθοδολογίας για τη βελτίωση της τοπικής ακρίβειας των τροχιακών εφημερίδων του δορυφόρου GEOS-3 και την αναγωγή των μετρήσεων δορυφορικής αλτιμετρίας στη θαλάσσια περιοχή Hudson Bay του Καναδά. Κάνοντας χρήση μετρήσεων Doppler από τον δορυφόρο GEOS-3 κατά τη διάρκεια μιας τρίμηνης καμπάνιας συλλογής αλτιμετρικών μετρήσεων, με την παραπάνω μεθοδολογία έγινε δυνατόν να συνορθωθούν οι διαθέσιμες τροχιακές εφημερίδες αναφοράς που παρουσίαζαν σφάλματα της μέχρι και 10 m στην διεύθυνση της ακτίνας των αντιστοίχων τροχιακών τόξων. Η διαδικασία αυτή επέτρεψε στη συνέχεια την αναγωγή των αλτιμετρικών μετρήσεων και τον αντίστοιχο υπολογισμό αποκλίσεων του γεωειδούς στην περιοχή Hudson Bay που σε σύγκριση με τις αντίστοιχες αποκλίσεις του γεωειδούς όπως υπολογίσθηκαν από κλασικές μεθόδους (π.χ. από μετρήσεις βαρύτητας) διέφεραν κατά -0.08 m ± 1.2 m (rms), δηλαδή στα αποδεκτά επίπεδα των εναπομενόντων σφαλμάτων των τροχιακών εφημερίδων και των υπολογισμένων αποκλίσεων του γεωειδούς της περιοχής από τις αραιά διασπαρμένες μετρήσεις βαρύτητας.
D E Wells, D Delikaraoglou  Models for combining single channel NAVSTAR/GPS with Dead-Reckoning for Marine Navigation   In: 3rd International Symp. On Satellite Doppler Positioning, Las Cruces, New Mexico  
Abstract:
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ Οι πρώτης γενιάς δέκτες GPS που διαθέτουν ένα μόνο κανάλι παρακολούθησης των δορυφόρων, επιβάλλεται να "μεταπηδούν" από δορυφόρο σε δορυφόρο κατά τη διάρκεια των μετρήσεων ώστε να είναι δυνατή η χρήση αρκετών μετρήσεων ψευδο-απόστασης για τον υπολογισμό του στίγματος του εκάστοτε υπό εντοπισμό σημείου. Στην περίπτωση που ο δέκτης είναι σε κίνηση (π.χ. σε πλοία), αν κατά το διάστημα που χρειάζεται ο δέκτης να κάνει μια σειρά μετρήσεων από δορυφόρο η απόσταση που διανύεται είναι σημαντική, τότε απαιτείται κάποια εξωτερική πληροφορία (π.χ. Loran-C, δεδομένα από γυροπυξίδες ή αδρανειακά συστήματα), ώστε να είναι δυνατός ο καθορισμός της θέσης του κινούμενου δέκτη (π.χ. του πλοίου) στη χρονική στιγμή των μετρήσεων GPS. Στην εν λόγω εργασία αναπτύχθηκαν δύο μαθηματικά μοντέλα για τον συνδυασμό εξωτερικών πληροφοριών βασισμένων σε δεδομένα σχετικού εντοπισμού ή επαγωγής θέσης (dead reckoning data) και μετρήσεων GPS: (α) κάνοντας χρήση μιας παρόμοιας τεχνικής χρήσης μετρήσεων Doppler από τους δορυφόρους TRANSIT, και (β) κάνοντας χρήση των διαθεσίμων μετρήσεων ψευδο-απόστασης GPS για τη διόρθωση του εφαρμοζόμενου μοντέλου επαγωγής θέσης. Η σχέση μεταξύ των δύο μεθοδολογιών εξετάζεται αναλυτικά και παρουσιάζονται αποτελέσματα από προσομοιώσεις του κάθε μοντέλου κάτω από διαφορετικές συνθήκες λειτουργίας (π.χ. συχνότητα μετρήσεων, ομαλή πορεία του πλοίου ή κάτω από συνθήκες ελιγμών).

Booklets

2010
ฮ” ฮ”ฮตฮปฮทฮบฮฑฯฮฌฮฟฮณฮปฮฟฯ… (2010)  ฮฆฯ…ฯƒฮนฮบฮฎ ฮ“ฮตฯ‰ฮดฮฑฮนฯƒฮฏฮฑ - ฮ˜ฮตฯ‰ฯฮทฯ„ฮนฮบฮญฯ‚ ฮบฮฑฮน ฮคฮตฯ‡ฮฝฮฟฮปฮฟฮณฮนฮบฮญฯ‚ ฮ’ฮฌฯƒฮตฮนฯ‚ (Lecture Notes in Greek; Physical Geodesy - Theoretical and Technological Principles)   ฮฃฮ‘ฮคฮœ, ฮ•ฮœฮ  - Department of Surveying Engineering, National Technical University of Athens  
Abstract: Τα τελευταία χρόνια, εξ αιτίας μιας σειράς ραγδαίων εξελίξεων και προόδου στις δυνατότητες των οργάνων μέτρησης και στις μεθόδους προσδιορισμού της έντασης και των χωρικών και διαχρονικών μεταβολών του πεδίου βαρύτητας, καθώς και με τη σημερινή λειτουργία μιας σειράς από σύγχρονους ειδικούς δορυφόρους των οποίων η αποστολή αποσκοπεί στον υψηλής ακρίβειας προσδιορισμό των παραμέτρων του πεδίου βαρύτητας για γεωεπιστημονικούς σκοπούς, έχουν δώσει μια περαιτέρω ώθηση, ευρύτερες προοπτικές και νέα ενδιαφέροντα στο επιστημονικό αυτόν κλάδο και στους Μηχανικούς που τον ακολουθούν. Ως εκ τούτου σήμερα, η μελέτη του γήινου πεδίου βαρύτητας είναι ένα από τα βασικά αντικείμενα της επιστήμης της Γεωδαισίας, ενώ επιπλέον καλύπτει ένα ευρύ φάσμα εφαρμογών των γεωεπιστημών, δεδομένου ότι οι προαναφερόμενες εξελίξεις συνδέονται άμεσα τόσο με την κλίμακα απόδοσης των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων του πεδίου βαρύτητας στον τρισδιάστατο χώρο, γήινο και διαστημικό, όσο και με τη διεπιστημονική προσέγγιση και αξιοποίηση πλήθους πρακτικών εφαρμογών που βασίζονται στον βέλτιστο συνδυασμό μετρήσεων της βαρύτητας, υψομέτρων και μοντέλων της γήινης τοπογραφίας, δορυφορικών δεδομένων εντοπισμού, δορυφορικής αλτιμετρίας στις θαλάσσιες περιοχές, και μετρήσεων της κατακόρυφης βαθμίδας της βαρύτητας με μετρήσεις από τον αέρα και από το διάστημα. Το μάθημα “Εισαγωγή στο Γήινο Πεδίο Βαρύτητας”, διδάσκεται στο 7ο εξάμηνο του προπτυχιακού κύκλου των μαθημάτων της Σχολής Αγρονόμων και Τοπογράφων Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (Ε.Μ.Π.) ως υποχρεωτικό μάθημα στη ροή Ι της κύριας 1ης Εμβάθυνσης (Τοπογραφίας) και αποσκοπεί στο να εισάγει τους σπουδαστές της ΣΑΤΜ στις βασικές έννοιες που αφορούν τις σύγχρονες θεωρητικές προσεγγίσεις και μεθοδολογίες χρήσης των μετρήσεων βαρύτητας, τις συναφείς απαραίτητες γεωδαιτικές έννοιες όπως το γεωειδές, το ελλειψοειδές, τα υψόμετρα, ο ρόλος του πεδίου βαρύτητας, η απόκλιση της κατακορύφου, οι παράμετροι των ελλειψοειδών αναφοράς, καθώς και της μαθηματικής σχέσης τους με τις παραμέτρους του πεδίου βαρύτητας. Το παρόν εγχειρίδιο των σημειώσεων “Εισαγωγή στο γήινο πεδίο βαρύτητας” έχει δύο στόχους. Ο πρώτος αφορά την κάλυψη μέρους των διδακτικών διδακτικών αναγκών προπτυχιακών και μεταπτυχιακών μαθημάτων με ανάλογο γνωστικό αντικείμενο, που διδάσκονται στο Τμήμα Αγρονόμων και Τοπογράφων Μηχανικών του Ε.Μ.Π. αλλά και σε συναφή Τμήματα άλλων Σχολών και Πανεπιστημίων της χώρας μας. Ο δεύτερος στόχος είναι να αποτελέσει ένα βασικό εισαγωγικό βοήθημα για κάθε ενδιαφερόμενο σπουδαστή, επιστήμονα ή ερευνητή, που ασχολείται με θέματα του γήινου πεδίου βαρύτητας σε θεωρητικό και εφαρμοσμένο επίπεδο. Στην κατεύθυνση αυτή καταβλήθηκε προσπάθεια ώστε η δομή των σημειώσεων να λάβει υπόψη τη σύγκρουση που προκύπτει μεταξύ της ανάγκης η ύλη των θεματικών ενοτήτων να είναι εύλογα περιεκτική ως προς το γνωστικό περιεχόμενο, αλλά να είναι ταυτόχρονα με αρκετές θεωρητικές και πρακτικές λεπτομέρειες ώστε η συνολική παρουσίαση των αναγκαίων εννοιών και οι οποιεσδήποτε αναφορές σε συγκεκριμένες εφαρμογές να μην είναι επιφανειακές ή μόνο περιγραφικές. Αυτός είναι επίσης ο λόγος που η ύλη των σημειώσεων καλύπτει ένα μάλλον ευρύ φάσμα θεωρητικών και πρακτικών θεμάτων, όπως ο ρόλος της βαρύτητας στον καθορισμό των συστημάτων αναφοράς των υψομέτρων, τα σύγχρονα μοντέλα του γήινου δυναμικού σε σφαιρικές αρμονικές, τον προσδιορισμό του γεωειδούς από επίγεια και δορυφορικά δεδομένα, τις δυνατότητες χωροστάθμησης με υψόμετρα γεωειδούς και GPS κ.ά., πιστεύοντας ότι είναι σημαντικό για τους σπουδαστές να εξοικειωθούν με τις φυσικές έννοιες που χαρακτηρίζουν την περιγραφή και τον υπολογισμό του γήινου πεδίου βαρύτητας και να είναι σε θέση να κατανοήσουν πως η ανάλυση και η ερμηνεία των διαφόρων συνιστωσών του πεδίου βαρύτητας παίζουν σημαντικό ρόλο για τους σκοπούς της βαρυτημετρίας, της γεωδυναμικής και της γεωτεκτονικής.
Notes:
2005
ฮ” ฮ”ฮตฮปฮทฮบฮฑฯฮฌฮฟฮณฮปฮฟฯ… (2005)  ฮ•ฮนฮดฮนฮบฮฌ ฮ˜ฮญฮผฮฑฯ„ฮฑ ฮ”ฮฟฯฯ…ฯ†ฮฟฯฮนฮบฮฎฯ‚ ฮ“ฮตฯ‰ฮดฮฑฮนฯƒฮฏฮฑฯ‚ (Lecture Notes in Greek; Special Topics in Satellite Geodesy)   ฮฃฮ‘ฮคฮœ, ฮ•.ฮœ.ฮ . - Department of Surveying Engineering, National Technical University of Athens  
Abstract: Το παρόν εγχειρίδιο σημειώσεων αποσκοπεί στο να υποστηρίξει ένα τμήμα της ύλης του μαθήματος επιλογής “ΕΙΔΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΔΟΡΥΦΟΡΙΚΗΣ ΓΕΩΔΑΙΣΙΑΣ” που διδάσκεται στο 9ο Εξάμηνο Σπουδών της Σχολής Αγρονόμων Τοπογράφων Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (Ε.Μ.Π.). Το μάθημα αποσκοπεί να διδάξει τις βασικές λειτουργικές αρχές των συστημάτων της δορυφορικής τεχνολογίας που αποτέλεσαν και αποτελούν από τα πλέον βασικά εργαλεία του Τοπογράφου Μηχανικού για ποικίλες γεωδαιτικές εφαρμογές επιστημονικού και άλλου ενδιαφέροντος. Ως εκ τούτου, οι σημειώσεις στοχεύουν στο να παρουσιάσουν τα σύγχρονα γεωδαιτικά εργαλεία που προσφέρουν τα δορυφορικά συστήματα και τεχνολογίες, όπως το Παγκόσμιο Σύστημα Εντοπισμού (Global Positioning System, GPS), τα ραντάρ αλτιμετρίας των θαλασσών (Satellite Altimetry), τα δορυφορικά συστήματα λέιζερ (Satellite Laser Ranging, SLR), η τεχνολογία Doppler Orbitography και Radiopositioning (DORIS), τα Συμβολόμετρα πολύ μεγάλων αποστάσεων (Very Long Baseline Interferometry, VLBI), και τα ραντάρ συνθετικού ανοίγματος (Synthetic Aperture Radar, SAR). Για την πληρέστερη κατανόηση των μαθηματικών μοντέλων και των διεργασιών των μετρήσεων που χρησιμοποιούνται από τις παραπάνω τεχνολογίες για γεωδαιτικές εφαρμογές, στις σημειώσεις περιλαμβάνονται και βασικές ενότητες που αναφέρονται στα δορυφορικά και γήινα Γεωδαιτικά Συστήματα Αναφοράς και πως αυτά χρησιμοποιούνται στην ανάλυση των δορυφορικών μετρήσεων. Σημαντική αναφορά γίνεται στη περιγραφή της κίνησης των τεχνητών δορυφόρων στη τροχιά τους και τα βασικά μοντέλα που χρησιμοποιούνται για την περιγραφή των διαταραχών της τροχιάς τους από τις επιδράσεις του γήινου πεδίου βαρύτητας και την απαλοιφή τους κατά την αναγωγή των εκάστοτε δορυφορικών μετρήσεων. Για κάθε μια από τις εν λόγω τεχνολογίες και τα συστήματα που χρησιμοποιούνται γίνεται εκτενής αναφορά στις διαδικασίες των δορυφορικών παρατηρήσεων που προκύπτουν και τον υπολογισμό των γεωδαιτικών πληροφοριών από την ανάλυσης τους.
Notes:
2003
ฮ” ฮ”ฮตฮปฮทฮบฮฑฯฮฌฮฟฮณฮปฮฟฯ… (2003)  ฮ“ฮตฯ‰ฯ†ฯ…ฯƒฮนฮบฮญฯ‚ ฮ”ฮนฮฑฯƒฮบฮฟฯ€ฮฎฯƒฮตฮนฯ‚ โ€“ ฮ’ฮฑฯฯ…ฯ„ฮทฮผฮตฯ„ฯฮฏฮฑ (Lecture Notes in Greek; Geophysical Exploration - Gravity Methods)   ฮฃฮ‘ฮคฮœ, ฮ•.ฮœ.ฮ . - Department of Surveying Engineering, National Technical University of Athens  
Abstract: Το παρόν εγχειρίδιο σημειώσεων αποσκοπεί να υποστηρίξει ένα τμήμα της ύλης του μαθήματος επιλογής “ΓΕΩΦΥΣΙΚΕΣ ΔΙΑΣΚΟΠΗΣΕΙΣ - ΒΑΡΥΤΗΜΕΤΡΙΑ” που διδάσκεται στο 8ο Εξάμηνο Σπουδών της Σχολής Αγρονόμων Τοπογράφων Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (Ε.Μ.Π.). Το μάθημα «Γεωφυσικές Διασκοπήσεις - Βαρυτημετρία» επιχειρεί να καλύψει το μέρος εκείνο από το ευρύ γνωστικό αντικείμενο της Γεωφυσικής Γεωδαισίας, που αφορά τις βασικές αρχές και μεθόδους μέτρησης του γήινου πεδίου βαρύτητας και τις συναφείς σύγχρονες γεωδαιτικές τεχνολογίες, οι οποίες • συνεισφέρουν στη μελέτη των παραμορφώσεων της γήινης επιφάνειας, και εν γένει των μηχανικών ιδιοτήτων και της δυναμικής συμπεριφοράς (π.χ. κινήσεις και παραμορφώσεις) της Γης ως σύστημα, συμπεριλαμβανομένων και των μεταβολών (στο χώρο και το χρόνο) του γήινου πεδίου βαρύτητας, και • επιτρέπουν την συνεχή πρόοδο στην ερμηνεία ποικίλων (π.χ. γεωδυναμικών, γεωφυσικών και γεωπεριβαλλοντικών) φαινομένων και των διαχρονικών μεταβολών τους που επηρεάζουν την ανάπτυξη του πλανήτη μας καθώς και την εφαρμογή βελτιωμένων μεθόδων εκμετάλλευσης των γήινων πόρων (π.χ. ανίχνευση ενεργειακών πηγών) και προστασίας του γήινου περιβάλλοντος (π.χ. ανίχνευση μεταβολών της στάθμης υπογείων υδάτων, γεωτεχνικές μελέτες, κ.ά.). Ως εκ τούτου, οι σημειώσεις παρουσιάσουν συνοπτικά τις βασικές αρχές για τον προσδιορισμού του γήινου πεδίου βαρύτητας και τις μεθόδους συλλογής και ερμηνείας των μετρήσεων βαρύτητας που αποτελούν την πλέον ουσιαστική συνεισφορά του Τοπογράφου Μηχανικού για την ικανοποίηση των αναγκών ποικίλων γεωφυσικών εφαρμογών επιστημονικού και άλλου ενδιαφέροντος (π.χ. εξερεύνηση φυσικών πόρων και ενεργειακών πηγών, εδαφολογικές μελέτες, μεταβολές της στάθμης υπογείων υδάτων, γεωφυσικές επιπτώσεις κ.ά.). Ειδικότερα στοχεύουν στο να παρουσιάσουν τις μεθόδους και τα γεωδαιτικά “εργαλεία” που χρησιμοποιούνται μαζί με προηγμένες μαθηματικές τεχνικές, για να λυθούν ποικίλα επιστημονικά και πρακτικά γεωφυσικά προβλήματα που προκύπτουν από τη συνδυασμένη παρατήρηση της Γης από το διάστημα και από την τοπογραφική ή τη θαλάσσια επιφάνεια όπου επιδρά το πεδίο βαρύτητας της Γης.
Notes:
1985
D Delikaraoglou (1985)  On Error Sources and Mathematical Models for use with GPS   Lecture Notes for the Canadian Institute of Surveying GPS Seminars (Calgary, Alberta, 7 May; Edmonton, Alberta, 28 May; Fredericton, N.B., 15 June)  
Abstract:
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ Η εν λόγω εργασία αποτελεί μέρος διδακτικού υλικού μιας σειράς σεμιναρίων GPS, που δόθηκαν το 1985, για το Καναδικό Ινστιτούτο Τοπογραφίας, σε τρια τοπικά τεχνικά επιμελητήρια Τοπογράφων Μηχανικών. Παρουσιάζεται μια λεπτομερή ανασκόπηση των μαθηματικών μοντέλων, που χρησιμοποιούνται για την ανάλυση των μετρησεων φάσης του φέροντος κύματος του GPS για γεωδαιτικές εφαρμογές. Εξετάζονται αρχικά τα χαρακτηριστικά του ραδιοσήματος, που εκπέμπουν οι δορυφόροι GPS, και αναλύονται οι διαφορές μεταξύ των μετρήσεων του κώδικα και των μετρήσεων της φάσης του φέροντος κύματος GPS. Περαιτέρω αναλύονται οι κύριες πηγές σφαλμάτων των εν λόγω μετρήσεων, των επιδράσεων τους στο σήμα GPS και τα τυπικά μεγέθη τους, και επεξηγείται η μορφή των αντιστοίχων μοντέλων, που ελαχιστοποιούν ή εξαλείφουν τα εν λόγω σφάλματα. Τέλος αναφέρονται οι τεχνικές που αφορούν την αντιμετώπιση του ιδιαίτερου προβλήματος της «ολίσθησης» των ακεραίων κύκλων φάσης, που παρουσιάζεται σε περιπτώσεις που διακόπτεται για λίγο η αδιάλειπτη λήψη του σήματος GPS, καθώς και του προβλήματος επακριβούς προσδιορισμού της λεγόμενης «ασάφειας των ακεραίων κύκλων φάσης».

Technical reports

1989
D Delikaraoglou (1989)  On Principles, Methods and Recent Advances in Studies Towards a GPS-based Active Control System for Geodesy and Geodynamics   NASA Technical Memorandum 100716. Goddard Space Flight Centre, Code 621, Greenbelt, MD:  
Abstract: In the past decade or so, there has been considerable interest and progress in the development and utilization of space techniques for precise measurements of geodetic baselines, earth orientation, and various geodynamic studies, especially for measuring large-scale distortions within plates and determining the rates of interplate motion. These methods rely heavily on extra-terrestrial reference sources such as the distant quasars or other compact extragalactic objects used in Very Long Baseline Interferometry (VLBI), or the moon used for Lunar Laser Ranging (LLR) and the low-earth satellites such as LAGEOS and STARLETTE used in Satellite Laser Ranging (SLR). Notably, VLBl and SLR have achieved significant superiority over other conventional approaches for measuring vector baselines very precisely. As currently applied, VLBl and SLR have reached a level of maturity that to date can be used to measure routinely baseline vectors with lengths up to intercontinental distances with repeatabilities of 0.01 parts per million or better in both length and orientation. In both techniques a number of fixed stations are used to determine the variations of the earth’s angular orientation in space, to measure plate tectonic motions through monitoring of the locations of the fixed stations with respect to each other, and to contribute to the maintenance of a reference frame with respect to which the motion of additional points of interest can be determined by means of mobile VLBl and SLR equipment. However, in addition to the high cost of instrumentation and operation, such mobile systems can still be somewhat limited in their ability to occupy sites which are not easily accessible, thus limiting their use for many regional geodetic and geodynamic applications where more measurements of this type are needed, at more frequent intervals in time and space. Operational costs are particularly high for SLR due to the system’s susceptibility to weather. Typically, 5 to 30 days for fixed (and up to 60 days for mobile) site occupations are required if the length of intersite baselines up to intercontinental distances were to be determined to a precision of 3-5 cm. By contrast, for the most basic IRIS network of fixed VLBl sites (i.e. the POLARIS and Wettzell observatories) the time typically required to achieve sub-decimeter accuracies in the determination of baselines of similar lengths corresponds to observation intervals of the order of 24 hours. Mobile VLBl systems are less sensitive to adverse weather, but involve considerable operations since the smaller-diameter antennas yield lesssensitive interferometers than normally achievable with the larger fixed antennas which, in turn, impose severe limitations in the observing schedules (often restricting observations to the stronger sources) and tend to distort the experimental geometry and observing strategies. This decrease in sensitivity can, in principle, be compensated for by high-gain antennas, low-noise receivers and multi-observing sessions but not without the expense of all the attendant complexities and increased cost of operations. Although these technologies are becoming an increasingly important tool for geodynamic studies, the future role of mobile VLBl and SLR may well be fulfilled by using alternative techniques such as those utilizing the signals from the Global Positioning System (GPS) which, already without the full implementation of the system, offers a favorable combination of cost and accuracy and has consistently demonstrated the capability to provide high-precision densification control in the regional and local areas of the VLBl and SLR networks. Although GPS itself is still technically in its testing phase and is not expected to become fully operational until the early 1990’s with the placement of 18 operational and 3 active spare satellites in equally-spaced orbits (three satellites in each of six orbital planes), it has already proved its usefulness in measuring relative and absolute positions time and again. Numerous studies, tests, comparisons and actual full-scale projects have shown that currently accuracies of a few parts in 10**6 over distances up to a few hundred kilometers and observing time periods ranging from of 3-5 hours to as little as a few minutes are being achieved routinely with standard receiver equipment. Accuracies of a few parts in 10**7 over longer distances are becoming increasingly likely with extended modelling of the dominant error sources, whereas with carefully designed experiments, these errors may be reduced with special efforts to improve the satellite ephemerides to a few parts in 10**8. This level of performance requires, in addition to the special orbit refinement efforts, high-performance GPS receivers and reliable atmospheric calibrations (especially of the wet troposphere, for instance, by water-vapour radiometers). The high-performance, low-cost versatility and potential of GPS-based geodetic systems have sparked an intense interest within several government agencies in the U.S., Canada, Europe and Australia which have initiated several system studies and identified promising geodetic applications, including the expected modes of operation. Performing simultaneous observations at widely separated permanent control sites together with mobile GPS receivers would conceivably allow centimeter-level accuracies for baselines up to thousands of kilometers in length. Even back-packable GPS satellite observing systems would thus afford the ability to measure baselines between VLBl or SLR fixed sites and arbitrary locations accessible to the GPS systems. This combination will allow several more points to be tied to the VLBl and SLR networks with comparable accuracy for detailed regional and local monitoring that is rarely available today. This premise has led the U.S. National Aeronautics and Space Administration (NASA) and the Jet Propulsion Laboratory (JPL) to explore the feasibility of the fiducial concept approach as it is commonly referred to, which, as envisaged, will enable the joint determination of GPS satellite orbits and geodetic baselines in a manner much more suitable for the kind of measurements needed for continuous tectonic monitoring of areas of geophysical and geodynamic interest. Similar plans currently underway in Canada include the implementation of an Active Control System (ACS) based on the concept of a sparse network of control stations where continuous GPS tracking is carried out. This GPS network would be combined with a number of widely spaced, fixed VLBl antennas to ensure consistent scale and orientation of the terrestrial networks positioned with GPS with respect to the ACS system. There are several factors that must be considered in the assessment of the potential applications and the need for a strategy towards the implementation of a fully operational fiducial or ACS network. There seem to be three main tasks in the way to the full implementation of such a system: setting up automated GPS stations (e.9. the Canadian ACS units are designed to be microcomputer-controlled, with suitable communication interfaces and ability to monitor the station operations and accomplish other station-keeping functions automatically); financing the whole operation; and analyzing the data to generate and distribute the satellite orbits and organize an efficient system and means of transmitting ACS data to the various users. All that can be stated about the first two is that they are quite considerable. The last one is also on the formidable side; of the three, this is the only one which this work is concerned with. The main approach has been based on three main issues, that firstly, to obtain accuracies at 0.01 ppm or better, existing models and software for the processing of GPS differential observations should be improved considerably through analysis of existing and future GPS observations; furthermore, investigations in improving the accuracy of the orbital information for the GPS satellites should continue through modelling refinements of the orbital dynamics of this particular type of satellite; and finally, consideration of the problem of the optimal GPS network design strategies should be undertaken. In assembling the material for this report we have reviewed in Section 1 the need for both VLBl and SLR vis-his GPS and have outlined the capabilities and limitations of each technique and how their complementary applications can be of benefit to geodetic and geodynamic operations. To establish the accuracy requirements using GPS for a relative positioning accuracy at the level of 0.01 ppm or better, the effects of various biases and errors are briefly examined in Section 2. Ways of minimizing these effects in general and within the context of this study in particular are also examined. Of these, the orbit errors have been recognized since the early days of GPS as constituting a severe problem. Things have improved considerably lately, although these errors still remain mostly a nuisance that can be mitigated with various sophisticated models, but still limit the usefulness of the data in many applications. For this reason, the development of the models pertinent to the problem of orbit estimation for the GPS satellites receives particular attention in Section 3, where some detailed background and the models used in this study are presented. In doing so, we have followed the standard formalism based on celestial mechanics which can give further insight into the way empirical methods work and perhaps into how to improve them, in the hope that this rather detailed introduction to the otherwise basic concepts can be of some value to those who wish to understand the nature of the orbit errors better and how these are shaped for the particular type of GPS satellite. The basic principles of the coordinate and time frames inherent in the reduction of GPS data are reviewed in Section 4. Current activities in establishing GPS-based automated geodetic control systems are reviewed in Section 5. Strategies for the simultaneous determination of GPS satellite orbits and geodetic baselines are also examined in Section 5, followed by actual results of data reductions carried out to test these strategies and the general methodology described in this report. Finally, a summary of the goals achieved with this study and directions for future work are given in Section 6.
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ Αν και οι τεχνολογίες της Συμβολομετρίας Πολύ Μεγάλων Αποστασεων (Very Long Baseline Interferometry, VLBI) και δορυφορικών συστημάτων λέϊζερ (Satellite Laser Ranging, SLR) παραμένουν από τις πλέον σημαντικές για γεωδυναμικές εφαρμογές, μελλοντικά ισχύοντα ρόλο ενδέχεται να παίξουν εναλλακτικές τεχνικές, όπως μέθοδοι που βασίζονται στη τεχνολογία του δορυφορικού Παγκοσμίου Συστήματος Εντοπισμού GPS (Global Positioning System). Ήδη το GPS, ακόμα και πριν από τη πλήρη ανάπτυξη του συστήματος, προσφέρει ένα πλεονεκτικό συνδυασμό κόστους και ακρίβειας και έχει επιδείξει τη δυνατότητα να παρέχει εντοπισμούς για τις πυκνώσεις των δικτύων ελέγχου υψηλής ακρίβειας, που έχουν ιδρυθεί από τις τεχνολογίες VLBI ή SLR, σε μικρές ή μεγάλες σε έκταση περιοχές. Η εν λόγω εργασία κάνει μια ανασκόπηση των τεχνολογικών δυνατοτήτων του VLBI και SLR, σε σύγκριση με το GPS και δίνει τις γενικές γραμμές για τα πλεονεκτήματα και περιορισμούς κάθε τεχνικής. Επίσης περιγράφει τον συνεργιστικό τρόπο με τον οποίο ο συνδυασμός τους μπορεί να επωφελήσει τις γεωδυναμικές και γεωδαιτικές εφαρμογές. Κάνοντας χρήση μιας σειράς μετρήσεων από τη λεγόμενη Καμπάνια '85 (Spring '85 Experiment), επιδεικνύεται ότι η χρήση εξελιγμένων σχετικών μεθόδων εντοπισμού με μετρήσεις GPS διπλής συχνότητας επιτρέπει τον υπολογισμό των δορυφορικών τροχιών GPS, για τροχιακά τόξα πολλών ημερών, με ακρίβεια λιγότερο από 1 m. Αποδεικνύεται ότι η χρήση σταθμών VLBI και SLR σαν σημεία αναφοράς, μαζί με τα βελτιωμένα μοντέλα και διαδικασίες υπολογισμού των τροχιών, επιτρέπουν να ελατωθούν τα συστηματικά σφάλματα των τροχιών των δορυφόρων GPS, που με τη σειρά τους μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να υπολογιστούν οι συντεταγμένες αγνώστων σημείων, με μεγάλη ακρίβεια. Γενικά, σύγκριση των αποτελεσμάτων GPS, από τις εν λόγω διαδικασίες που εφαρμόστηκαν, έδειξαν επαναληπτικότητα και ακρίβεια (σε σχέση με αντίστοιχες συντεταγμένες από VLBI και SLR) της τάξης από 0.2 μέχρι 0.05 parts per million (ppm), δηλαδή 0.2 mm/km μέχρι 0.05 mm/km, για γεωδαιτικές βάσεις μήκους μέχρι 2000 km. Επιπλέον, η εν λόγω εργασία κάνει μια σύνθεση των προβλημάτων, υποθέσεων, μεθόδων και τελευταίων εξελίξεων στις έρευνες για την ανάπτυξη ενός αυτοματοποιημένου συστήματος, βασισμένου σε σταθμούς GPS συνεχούς λειτουργίας, για γεωδαιτικές και γεωδυναμικές εφαρμογές, όπου αναμένεται το GPS σε λίγα χρόνια να παίζει το ρόλο που παίζουν σήμερα οι τεχνολογίες των μετακινούμενων συστημάτων VLBI και SLR.
1986
S P Mertikas, D Delikaraoglou, R Santerre (1986)  Alert Program for NAVSTAR Global Positioning System, TRANSIT, LAGEOS and STARLETTE Satellites   Department of Surveying Engineering, University of New Brunswick Technical Report 85.  
Abstract:
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ Η εν λόγω εργασία αναφέρεται στη ανάπτυξη και περιγραφή ενός ειδικού λογισμικού πακέτου, που αναπτύχθηκε για τη δημιουργία παραμέτρων πρόγνωσης της ορατότητας, σειράς γεωδαιτικών δορυφόρων (π.χ. GPS, TRANSIT, LASEOS, STARLETTE, κ.ά.), από διάφορες θέσεις της Γης και την παραγωγή σχετικών τροχιακών πληροφοριών (π.χ. γωνία ύψους των δορυφόρων ως προς τον ορίζοντα του παρατηρητή, χρόνο έναρξης και πέρατος της περιόδου ορατότητας των δορυφόρων, κλπ.). Η εν λόγω διεργασία (ή satellite alerts, όπως είναι γνωστή), είναι απαραίτητη για τον προγραμματισμό δορυφορικών μετρήσεων, από τη μελέτη της εκάστοτε γεωμετρίας των δορυφόρων ενδιαφέροντος, από συγκεκριμένους σταθμούς, ώστε να επιλέγονται οι κατάλληλες περίοδοι συλλογής των παρατηρήσεων και κατά συνέπεια να βελτιστοποιείται το κόστος και οι αναμενόμενες ακρίβειες των μετρήσεων, που συλλέγονται κάθε φορά. Στην παρούσα εργασία, παρουσιάζεται συνοπτικά η δομή του δορυφορικού συστήματος GPS, και ιδιαίτερα η μεθοδολογία αξιολόγησης της ακρίβειας των υπολογισμών στίγματος ενός σημείου, με τα αντίστοιχα κριτήρια ποιότητας που εφαρμόζονται. Επιπλέον, παρουσιάζονται με λεπτομέρειες οι διάφοροι αλγόριθμοι, που χρησιμοποιούνται από το λογισμικό, για τον υπολογισμό των αναγκαίων παραμέτρων πρόγνωσης των θέσεων των δορυφόρων, σαν συνάρτηση της θέσης δεδομένων σταθμών ενδιαφέροντος και των γεωμετρικών δεικτών, που εκφράζουν την ποιότητα της σχετικής γεωμετρίας σταθμών-δορυφόρων, για συγκεκριμένες περιόδους ενδιαφέροντος για τη διεξαγωγή μετρήσεων. Στο παρόν τεχνικό τεύχος περιέχονται οδηγίες προς τους χρήστες του λογισμικού, καθώς και πλήρης λίστα των ρουτινών, που χρησιμοποιούνται από το λογισμικό, για την υλοποίηση των επιμέρους διεργασιών του προγράμματος σε λειτουργικό περιβάλλον των συστημάτων κομπιούτερ HP-1000 και IBM-3032.
D Delikaraoglou (1986)  Report on test results with the ISTAC-Model 2002 GPS Positioner   Geodetic Survey of Canada Technical Report 6. Energy, Mines and Resources Canada:  
Abstract:
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ Η εν λόγω εργασία περιγράφει αναλυτικά μια σειρά πιλοτικών εργασιών αξιολόγησης της απόδοσης των δεκτών GPS τύπου ISTAC-Series GPS Positioner Model 2000 και του συνοδευμένου λογισμικού της κατασκευάστριας εταιρείας. Κατά τη διάρκεια δύο ημερών (2-3 Απρ. 1986), τέσσερις δέκτες ISTAC Model 2000 χρησιμοποιήθηκαν σε οκτώ σταθμούς, στο υψηλής ακρίβειας πρότυπο δίκτυο ελέγχου, της Γεωδαιτικής Υπηρεσίας του Καναδά, στην Ottawa, Ontario και μετρήθηκαν διάφορες γεωδαιτικές βάσεις, με αποστάσεις μεταξύ των κορυφών τους από 2 μέχρι 222 km. Από τις μετρήσεις που συλλέχθηκαν, υπολογίστηκαν οι συντεταγμένες των σταθμών, μετά από ανάλυση που έγινε με το λογισμικό του κατασκευαστή των δεκτών. Οι υπολογισμένες συντεταγμένες συγκρίθηκαν με συντεταγμένες των σταθμών από προηγούμενες μετρήσεις GPS με δέκτες τύπου Texas Instruments TI-4100 και Macrometer V-1000, ώστε να αξιολογηθούν τόσο η χρήση των δεκτών ISTAC-2000 στο πεδίο, όσο και οι δυνατότητες (π.χ. σε σχέση με την ακρίβεια) των αποτελεσμάτων που παρέχουν. Γενικά, τα τέστ έδειξαν ότι οι δέκτες ISTAC-2000 παρέχουν δυνατότητες εντοπισμού σημείων με σχετική ακρίβεια της τάξης του 10-5 (για την τότε υφιστάμενη κατάσταση του δορυφορικού σχηματισμού), από μετρήσεις διαρκείας 1-2 ωρών και χρήση των χαμηλής ακρίβειας τροχιακών εφημερίδων, που μεταδίδονται από τους δορυφόρους (broadcast ephemeris).
1984
G Beutler, D Delikaraoglou, R B Langley, B G Nickerson, R Santerre, P Vanicek, D E Wells (1984)  Studies in the application of the Global Positioning System to Differential Positioning   Department of Surveying Engineering, University of New Brunswick Technical Report 108.  
Abstract:
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ Η εν λόγω εργασία αποτελεί συνέχεια προηγούμενου ερευνητικού έργου, για λογαριασμό της Γεωδαιτικής Υπηρεσίας του Καναδά, με σκοπό να μελετηθούν, μέσα από αναλύσεις προσομοίωσης, τα μαθηματικά μοντέλα συνόρθωσης των μετρήσεων GPS και η απόδοση επιμέρους μεθοδολογιών (π.χ. ως προς την εφικτή ακρίβεια των αποτελεσμάτων τους), για συγκεκριμένες γεωδαιτικές και γεωδυναμικές εφαρμογές. Με την παρούσα εργασία, επεκτείνεται η προηγούμενη έρευνα, ώστε να μελετηθούν οι δυνατότητες του λογισμικού VECA (VECtor Adjustment), που αναπτύχθηκε και χρησιμοποιήθηκε για μια σειρά εκτεταμένων αναλύσεων προσομοίωσης, που εστίαζαν σε θέματα όπως: (1) Πόσο ανακριβείς μπορούν να είναι οι a-priori συντεταγμένες των σταθμών ενός δικτύου GPS, ώστε να επιτυγχάνεται σύγκλιση της λύσης από τη συνόρθωση των μετρήσεων. (2) Πως μπορεί να καθορισθεί η καλύτερη (βέλτιστη) γεωμετρία επιγείων σταθμών και δορυφόρων GPS, ώστε να επιτυγχάνονται υψηλής ακρίβειας και αξιόπιστα αποτελέσματα GPS. (3) Είναι πρακτικό να συνδυάζει κανείς διαφορετικούς τύπους παρατηρήσεων GPS (π.χ., μετρήσεις διαφορών ψευδοαπόστασης, φάσης, Doppler, κ.ά.), και (4) Ποιές είναι οι επιδράσεις της εσκεμμένης υποβάθμισης της ακρίβειας του GPS (για τους πολιτικούς χρήστες), στις εφαρμογές σχετικού εντοπισμού. Επιπλέον, η παρούσα εργασία παρουσιάζει τα αποτελέσματα σειράς αναλύσεων με πραγματικά δεδομένα GPS, που συλλέχθηκαν με δέκτες μονής συχνότητας τύπου Macrometer V-1000. Οι εν λόγω αναλύσεις, εφ’ ενός κατέληξαν στη δημιουργία νέου λογισμικού, του οποίου τα αποτελέσματα, σε σύγκριση με τα αποτελέσματα από το λογισμικό της κατασκευάστριας εταιρείας των δεκτών και από επίγειες μεθόδους, έδειξαν διαφορές της τάξης των μερικών χιλιοστών, για δύο γεωδαιτικές βάσεις 30 m και 2 km. Επιπλέον για πρώτη φορά μελετήθηκαν και δοκιμάστηκαν διάφορες τεχνικές αντιμετώπισης του προβλήματος επακριβούς προσδιορισμού της ασάφειας των ακεραίων κύκλων φάσης, που είναι χαρακτηριστικό για τις μετρήσεις φάσης GPS.
D Delikaraoglou (1984)  VECA-1: A VECtor Adjustment program for Differential GPS observations - A Reference Guide   Geodetic Survey of Canada Technical Report 2. Energy, Mines and Resources Canada:  
Abstract:
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ Η εν λόγω εργασία περιγράφει αναλυτικά τα μαθηματικά μοντέλα, που χρησιμοποιούνται στο λογισμικό πακέτο VECA (VECtor Adjustment), που αναπτύχθηκε για την ανάλυση μετρήσεων διαφορικού GPS, για το σχετικό εντοπισμό σημείων. Οι γεωδαιτικοί παράμετροι, που υπολογίζονται, συμπεριλαμβάνουν τις συνταγμένες σταθμών, τις παραμέτρους που περιγράφουν τα σφάλματα των χρονομέτρων των δεκτών GPS, καθώς και παραμέτρους, που περιγράφουν τα σφάλματα των τροχιακών εφημερίδων. Η μεθοδολογία που βασίζεται το λογισμικό στηρίζεται στη γεωμετρία των διαφορικών μετρήσεων GPS από τη διανυσματική σκοπιά του εκάστοτε προβλήματος εντοπισμού. Τα μοντέλα που αναπτύχθηκαν, επιτρέπουν την ανάλυση μετρήσεων που έγιναν ταυτόχρονα από πολλαπλούς σταθμούς, καθώς και τον υπολογισμό των παραμέτρων, που περιγράφουν τις τροχιές των δορυφόρων GPS (εφ’ όσον το επιτρέπει η γεωμετρία των σταθμών, η διάρκεια των μετρήσεων, κλπ.). Η δομή του λογισμικού πακέτου βασίζεται στη υλοποίηση των μαθηματικών μοντέλων, που αναπτύχθηκαν αρχικά στο Πανεπιστήμιο του New Brunswick, χρησιμοποιώντας ρουτίνες διανυσματικής αριθμητικής ανάλυσης (vector compilation) σε Η/Υ, οι οποίες αυξάνουν τη ταχύτητα των υπολογισμών ακόμα και για μεγάλο όγκο μετρήσεων ή αριθμό σταθμών των οποίων αναλύονται ταυτόχρονα οι μετρήσεις.
1983
D E Wells, D Delikaraoglou (1983)  Development of BIONAV/GPS combined mathematical models   Bedford Institute of Oceanography, Dartmouth, NS Contract Report  
Abstract:
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ Η εν λόγω εργασία ασχολείται με το Δορυφορικό Σύστημα Πλοήγησης, Χρονομέτρησης και Μέτρησης Αποστάσεων (Navigation Satellite Timing and Ranging System, NAVSTAR) ή Παγκόσμιο Σύστημα Εντοπισμού (Global Positioning System, GPS), όπως είναι ευρύτερα γνωστό, που αναπτύσσεται από το Υπ. Άμυνας των Ηνωμένων Πολιτειών, και προγραμματίζεται να λειτουργήσει πλήρως στο τέλος αυτής της δεκαετίας. Εξετάζονται οι συνθήκες χρήσης του GPS, με τη διάθεση τεσσάρων μόνο δοκιμαστικών δορυφόρων, που βρίσκονται σε τροχιά και παρέχουν ήδη χρήσιμα στοιχεία, ώστε το σύστημα GPS να μπορεί ήδη να χρησιμοποιηθεί για την πλοήγηση στην ναυσιπλοΐα. Μία συγκεκριμένη ενδιαφέρουσα εφαρμογή του GPS αφορά τον εντοπισμό των θέσεων, σε υδρογραφικές αποτυπώσεις στον κόλπο του Baffin, στις αρκτικές περιοχές του Καναδά (όπου δεν υπάρχουν πολλές εναλλακτικές λύσεις χρήσης συστημάτων ραδιοεντοπισμού). Ο στόχος της εν λόγω μελέτης είναι να βελτιστοποιήσει την απόδοση του GPS στην προαναφερθείσα εφαρμογή, στα πλαίσια ενός προγράμματος συνεργασίας του Πανεπιστήμιο του New Brunswick, του Ινστιτούτου Ωκεανογραφίας του Bedford και της εταιρίας Nortech Surveys. Για το σκοπό αυτό, περιγράφονται οι ακόλουθες εργασίες, που έγιναν από το Πανεπιστήμιο του New Brunswick για τη μελέτη αυτή, στο διάστημα μεταξύ Μαΐου 1982 και Μαρτίου 1983: (1) Διατύπωση και έλεγχος των παρακάτω εναλλακτικών μοντέλων για το συνδυασμό των παρατηρήσεων από το καθιερωμένο λογισμικό σύστημα πλοήγησης BIONAV του Ινστιτούτου του Bedford και των μετρήσεων GPS: (a) Ανεξάρτητες μη δεσμευμένες μετρήσεις τύπου Doppler TRANSIT (b) Ενημέρωση υπολογισμών εντοπισμού στίγματος με δεσμεύσεις (c) Φίλτρα Kalman (d) Υβριδικοί συνδυασμοί των ανωτέρω (2) Συλλογή και ανάλυση των δεδομένων από δοκιμαστικές μετρήσεις στη θάλασσα του συνδυασμένου συστήματος BIONAV/GPS, εστιάζοντας σε: (a) Νέα προβλήματα που προκύπτουν κατά τη πραγματική λειτουργία του συνδυασμένου συστήματος BIONAV/GPS (b) Ακρίβεια του συνδυασμένου συστήματος (c) Επίδραση των σφαλμάτων στον προσδιορισμό της ταχύτητας του σκάφους (d) Βελτίωση των μοντέλων που χρησιμοποιούνται (3) Υπολογισμοί πρόβλεψης της γεωμετρίας των δορυφόρων GPS κατά τη διάρκεια των των μετρήσεων. Η μελέτη αυτή αντιπροσωπεύει την επιτυχή μεταφορά τεχνογνωσίας, δηλαδή των μοντέλων, που αναπτύχθηκαν στο Πανεπιστήμιο του New Brunswick στην εταιρία Nortech.
1982
D A Davidson, D Delikaraoglou, R B Langley, B G Nickerson, P Vanicek, D E Wells (1982)  Global Positioning System Differential Positioning simulations   Department of Surveying Engineering, University of New Brunswick, Fredericton, N.B. Technical Report 90.  
Abstract:
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ Στην παρούσα μελέτη αξιολογούνται και συγκρίνονται διάφορα προγράμματα, για τη χρήση του Δορυφορικού Συστήματος Πλοήγησης, Χρονομέτρησης και Μέτρησης Αποστάσεων (Navigation Satellite Timing and Rabnging System, NAVSTAR), επίσης γνωστού και σαν Παγκόσμιου Συστήματος Εντοπισμού (Global Positioning System, GPS), με τεχνικές σχετικού εντοπισμού. Στο παράρτημα Α, περιέχεται μια εκτεταμένη (για την εποχή συγγραφής του εν λόγω τέυχους) βιβλιογραφία, που αφορά το GPS. Η μέθοδος διαφορικού ή σχετικού εντοπισμού προϋποθέτει ταυτόχρονες παρατηρήσεις των ίδιων σημάτων δορυφόρων GPS, από δύο ή περισσότερους δέκτες. Στην παρούσα εργασία θεωρούνται οι διαφορικές τεχνικές με GPS, που μπορούν να εφαρμοστούν σε γεωδαιτικές και γεωδυναμικές εφαρμογές και δίνεται έμφαση σε παραδείγματα τέτοιων εφαρμογών στα πλαίσια των ενδιαφερόντων του Καναδά. Περιγράφονται τέσσερις βασικοί τύποι διαφορικών μετρήσεων GPS, που προτείνονται και οι οποίοι εξετάζονται στην παρούσα μελέτη: σχετικές χρονικές καθυστερήσεις (interferometric time delays) των σημάτων GPS, διαφορικές ψευδο-αποστάσεις (differential pseudoranges), διαφορικές φάσεις του φέροντος κύματος (differential carrier phases) και διαφορικές μετρήσεις integrated Doppler. Η παρούσα έρευνα περιλαμβάνει δύο βασικές συνιστώσες: (1) την ανάπτυξη μαθηματικών μοντέλων, για την αναλυτική περιγραφή κάθε ενός από τους τέσσερις αυτούς τύπους διαφορικών παρατηρήσεων GPS και τα σφάλματα, που απορρέουν από τα μοντέλα αυτά, και (2) την ανάπτυξη λογισμικών για την εφαρμογή των εν λόγω μοντέλων καθώς και για την προσομοίωση της απόδοσης των τεχνικών διαφορικού GPS. Επιπλέον, στην εν λόγω εργασία έγινε η πρώτη προσπάθεια να καθορισθούν, βάσει της τότε διαθέσιμης πληροφορίας, οι πιθανές επιπτώσεις της τότε προτεινόμενης (από το Υπ. Άμυνας των ΗΠΑ) εσκεμμένης υποβάθμισης της απόδοσης του GPS στις χρήσεις και την απόδοση των μεθόδων διαφορικού GPS.
1981
D E Wells, P Vanicek, D Delikaraoglou (1981)  Pilot Study of the Application of NAVSTAR/GPS to Geodesy in Canada   Department of Surveying Engineering, University of New Brunswick, Fredericton, N.B. Technical Report 76.  
Abstract:
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ Η εν λόγω εργασία εξετάζει τις επιπτώσεις της χρήσης του σχεδιαζόμενου εκείνη την εποχή συστήματος GPS στα γεωδαιτικά δρώμενα στον Καναδά. Εξετάζονται οι βασικές γεωμετρικές και φυσικές αρχές λειτουργίας του GPS και τα αντίστοιχα μοντέλα αντιμετώπισης των σφαλμάτων που επηρεάζουν τις μετρήσεις ψευδαπόστασης και φάσης εξ αιτίας ενδογενών και εξωτερικών παραγόντων, όπως η σταθερότητα των χρονομέτρων και οι επιδράσεις της τροπόσφαιρας. Με τη βοήθεια προσομοιώσεων μελετήθηκαν οι προβλεπόμενες δυνατότητες που θα παρείχαν στις περιοχές του Καναδά οι διαφορετικές εκδοχές που αφορούσαν τον τότε πειραματικό δορυφορικό σχηματισμό της 2ης φάσης πειραματικής ανάπτυξης του συστήματος GPS (Phase II GPS Constellation), κάτω από διαφορετικές συνθήκες μετρήσεων από διαφορετικούς τύπους δεκτών. Για πρώτη φορά εκφράζεται η κεντρική ιδέα επέκτασης της μεθοδολογίας του διεντοπισμού (Translocation), που ήταν γνωστή από την τεχνολογία του συστήματος Doppler Transit, στην περίπτωση του GPS και εξετάζονται οι διαφορετικοί τύποι των μετρήσεων, σε επίπεδο λειτουργίας των δεκτών, που θα παρείχαν αυτή τη δυνατότητα καθώς επίσης εξετάζονται λεπτομερώς τα επιθυμητά τεχνικά χαρακτηριστικά των δεκτών GPS έπρεπε να ληφθούν υπόψη κατά την αγορά των πρώτων εξοπλισμών. Η εργασία καταλήγει σε σειρά προτάσεων προς τη Γεωδαιτική Υπηρεσία του Καναδά, αναφορικά με τα απαραίτητα βήματα ομαλής και προσεκτικά προγραμματισμένης μετάβασης από το σύστημα Doppler TRANSIT στο GPS, προκειμένου να διασφαλισθεί η επιτυχής επιχειρησιακή χρήση του GPS για τις γεωδαιτικές ανάγκες του Καναδά.
1980
D E Wells, D Delikaraoglou (1980)  NAVSTAR Performance Analysis   Department of Surveying Engineering, University of New Brunswick, Fredericton, N.B. Technical Reports 75.  
Abstract:
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ Η εν λόγω εργασία παρουσιάζει τα μαθηματικά μοντέλα και τα αποτελέσματα σειράς προσομοιώσεων που εκτελέστηκαν προκειμένου να μελετηθεί η απόδοση του επερχόμενου δορυφορικού συστήματος εντοπισμού GPS (από την άποψη της ακρίβειας, κάλυψης και τεχνικής των μετρήσεων), με έμφαση κατά τη διάρκεια της πειραματικής φάσης ανάπτυξης του δορυφορικού σχηματισμού (από το 1980 μέχρι 1987), και κυρίως για τις ωκεάνιες περιοχές του Καναδά. Εξετάστηκαν τέσσερα μοντέλα σφαλμάτων των μετρήσεων GPS κάτω από διαφορετικά σενάρια χρήσης του GPS αυτόνομα ή σε συνδυασμό με μετρήσεις του συστήματος LORAN-C από συγκεκριμένους παράκτιους σταθμούς. Από τις προσομοιώσεις καταδείχθηκαν οι δυνατότητες του GPS, ακόμα και με τους περιορισμούς των αρχικά έξι διαθέσιμων δορυφόρων, για τη διεξαγωγή μετρήσεων στις αρκτικές περιοχές του Ανατολικού Καναδά μέχρι και 11 ώρες ημερησίως και την επίτευξη επιθυμητών ακριβειών εντοπισμού στα επίπεδα των 100-150 m, που ικανοποιούσαν συγκεκριμένες επιχειρησιακές απαιτήσεις της εποχής. Αντίστοιχες προσομοιώσεις λαμβάνοντας υπόψη τις προδιαγραφές του τελικού δορυφορικού σχηματισμού 24 δορυφόρων GPS έδειξαν αντίστοιχα αποτελέσματα στο επίπεδο της τάξης των 5 m, δηλαδή μια βελτίωση κατά δύο τάξεις μεγέθους στις αναμενόμενες ακρίβειες.

PhD theses

1980
D Delikaraoglou (1980)  An Investigation on the Short Wavelength Orbit Improvement and Sea Surface Computations from Local Satellite Tracking and Satellite Altimetry   Department of Surveying Engineering, University of New Brunswick, Fredericton, N.B., published and as Tech. Report No. 74 (Sea Surface Computations from Local Satellite Tracking and Satellite Altimetry)  
Abstract:
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ Η εν λόγω εργασία είναι αποτέλεσμα της διδακτορικής διατριβής στο Πανεπιστήμιο του New Brunswick, Καναδά. Η χρήση της δορυφορικής αλτιμετρίας για τη συλλογή γεωδαιτικών πληροφοριών σε θαλάσσιες περιοχές εξετάζεται μέσα από την ανάλυση (i) δορυφορικών τροχιακών εφημερίδων ακριβείας και (ii) μετρήσεις δορυφορικής αλτιμετρίας από το δορυφόρο GEOS-3, που συλλέχθηκαν στα πλαίσια του Καναδικού Προγράμματος GEOS-3 που εκτελέστηκε στην περιοχή Hudson Bay. Δορυφορικές μετρήσεις Doppler προς το δορυφόρο GEOS-3 από τέσσερις σταθμούς στην περιοχή Hudson Bay αναλύονται για να θεμελιωθεί ο βαθμός τοπικής βελτίωσης των τροχιών του δορυφόρου, ώστε να αναλυθούν περαιτέρω τα δεδομένα της δορυφορικής αλτιμετρίας. Οι κύριες a-priori αποφάσεις της μελέτης, σχετικά με τον υπολογισμό της μέσης επιφάνειας της θάλασσας ήταν:  Να γίνει χρήση δορυφορικών εφημερίδων ακριβείας για τροχιακά τόξα μεγάλου μήκους.  Να χρησιμοποιηθούν οι διαθέσιμες μετρήσεις Doppler για να ελαχιστοποιηθούν τα τροχιακά σφάλματα των τροχιακών εφημερίδων του δορυφόρου GEOS-3 δια μέσου της τεχνικής των ημί-μικρου μήκους τροχιακών τόξων (semi short-arc technique) και της μεθόδου της διαπαρακολούθησης (translocation) δορυφόρων.  Να χρησιμοποιηθούν οι εν λόγω βελτιωμένες τροχιές για την αναγωγή και ανάλυση των δεδομένων της δορυφορικής αλτιμετρίας.  Να συγκριθούν τα αποτελέσματα της παραπάνω ανάλυσης με διάφορα μοντέλα του γεωειδούς, ώστε να θεμελιωθεί ο βαθμός χρησιμότητας της δορυφορικής αλτιμετρίας για τον προσδιορισμό και τη μελέτη της επιφάνειας της θάλασσας. Η μεθοδολογία προσδιορισμού της επιφάνειας της θάλασσας από δορυφορική αλτιμετρία εξετάζεται αναλυτικά. Εξετάζονται λεπτομερώς τα προβλήματα και οι διάφορες πηγές σφαλμάτων, που υπεισέρχονται στις μετρήσεις της δορυφορικής αλτιμετρίας, οι οποίες χρησιμοποιούνται για να ορισθεί η επιφάνεια της θάλασσας, και διαμορφώνονται ανάλογα μαθηματικά μοντέλα, που χρησιμοποιούνται στα πλαίσια της παρούσας έρευνας για την ανάλυση των διαθεσίμων μετρήσεων. Οι βασικές αρχές της τεχνικής των ημί-μικρου μήκους τροχιακών τόξων και της μεθόδου της διαπαρακολούθησης δορυφόρων, που χρησιμοποιούνται στον Καναδά για ποικίλες εφαρμογές γεωδαιτικών δορυφορικών εντοπισμών, συσχετίζονται με το παρόν πρόβλημα της τοπικής βελτίωσης των δορυφορικών τροχιών, που είναι απαραίτητες για την ανάλυση των μετρήσεων αλτιμετρίας στη περιοχή Hudson Bay. Από τα αποτελέσματα των αναλύσεων που έγιναν και τη σύγκριση των τροχιακών εφημερίδων από τη Στρατιωτική Χαρτογραφική Υπηρεσία των Η.Π.Α. (Defense Mapping Agency, DMA), με εκείνες που υπολογίστηκαν με την παρούσα μεθοδολογία, προέκυψε ότι σφάλματα στις τροχιακές εφημερίδες του GEOS-3, μέχρι και της τάξης των 10 m, έγινε εφικτό να εντοπισθούν και να διορθωθούν. Για για να απαλειφθούν κυρίως τα σφάλματα των τροχιακών τόξων μεγάλου μήκους εξ αιτίας των σφαλμάτων των μοντέλων του πεδίου βαρύτητας της γης, εξετάζονται λεπτομερώς τα ελαχιστοτετραγωνικά μοντέλα για τα λεγόμενα "διασταυρωμένα αλτιμετρικά τόξα" (intersecting altimetry arcs), που σχηματίζονται από το ίχνος (προβολή) των αλτιμετρικών δορυφόρων στην επιφάνεια της θάλασσας.Τα υπολειπόμενα σφάλματα των μετρήσεων από αυτή τη διαδικασία, μπορούν να μοντελοποιηθούν απλά με μια περαιτέρω μετακίνηση και κλίση των τροχιακών τόξων. Από την ανάλυση όλων των δεδομένων των μετρήσεων GEOS-3 από την περιοχή Hudson Bay προέκυψε ότι η εσωτερική ακρίβεια, που υπολογίστηκε η επιφάνεια της θάλασσας στην προκειμένη περίπτωση, ήταν μικρότερη από ένα μέτρο, ενώ το μέσο τετραγωνικό σφάλμα στο ύψος της θάλασσας, όπως υπολογίζεται από δύο διασταυρωμένα τόξα, ήταν της τάξης του ±1.1 m. Σύγκριση της επιφάνειας της θάλασσας, που υπολογίστηκε για την περιοχή Hudson Bay από τα δεδομένα του δορυφόρου GEOS-3, και της αντίστοιχης επιφάνειας, που υπολογίστηκε ανεξάρτητα από την Υπηρεσία DMA, έδειξε ότι οι διαφορές ήταν της τάξης του ±0.98 m, που οφείλονται κυρίως, είτε σε σφάλματα στην αλτιμετρία, που δεν ελήφθη υπόψη, είτε στις διαφορές στα μοντέλα, που χρησιμοποιήθηκαν, στην εκάστοτε μεθοδολογία. Περαιτέρω σύγκριση της υπολογισμένης επιφάνειας της θάλασσας με δύο μοντέλα του γεωειδούς, για την εν λόγω περιοχή, έδειξε διαφορές με μέσο τετραγωνικό σφάλμα της τάξης του ±1,2 m, που οφείλονται κυρίως σε σφάλματα των δύο μοντέλων του γεωειδούς και κάποια σφάλματα, που πιθανά να υπεισέρχονται από τη διαδικασία τοπικής βελτίωσης των δορυφορικών τροχιών από τα δεδομένα Doppler. Βάση των αποτελεσμάτων των αναλύσεων της παρούσας εργασίας, εκτιμήθηκε ότι η επιστημονική συνεισφορά, που επιτεύχθηκε στα πλαίσια της εν λόγω έρευνας αφορούσε κυρίως τους εξής τομείς: 1. Αποδείχτηκε πρακτικά η δυνατότητα τοπικής βελτίωσης των δορυφορικών τροχιών που απαιτούνται για την αναγωγή και ανάλυση δεδομένων της δορυφορικής αλτιμετρίας. Εφ' όσον από τα αποτελέσματα της έρευνας αποδείχθηκε, ότι η χρήση δεδομένων Doppler από τοπικούς σταθμούς μπορεί να βελτιώσει τροχιακές πληροφορίες ακόμα και υψηλής ποιότητας, όπως ήταν οι διαθέσιμες τροχιακές εφημερίδες ακρίβειας, τότε μπορεί να επιτύχει το ίδιο και για τροχιές αναφοράς πολύ μικρότερης ακρίβειας. 2. Εξετάστηκαν λεπτομερώς οι διάφοροι τύποι πληροφορίας, που είναι απαραίτητο να λαμβάνονται υπόψη για τη χρήση της δορυφορικής αλτιμετρίας. Αν και τα αποτελέσματα, που παρουσιάστηκαν, αφορούσαν κυρίως τη δεδομένη εφαρμογή στην περιοχή Hudson Bay, οι υποθέσεις, αποφάσεις και τα συμπεράσματα της έρευνας είναι ενδεικτικά της αποτελεσματικότητας της τεχνικής διαδικασίας που ακολουθήθηκε και ως εκ τούτου χρήσιμα για να οδηγήσουν σε περαιτέρω έρευνες και συζητήσεις για παρόμοιες εφαρμογές. 3. Η έρευνα οδήγησε στην ανάπτυξη ενός πλήρους πακέτου λογισμικού, σχεδιασμένου για το συνδυασμό γεωδαιτικών πληροφοριών και δεδομένων παρομοίων με εκείνες, που χρησιμοποιήθηκαν στην παρούσα έρευνα. Το πακέτο αυτό είναι διαθέσιμο από τη Σχολή Τοπογραφίας του Πανεπιστημίου του New Brunswick.

Masters theses

1976
D Delikaraoglou (1976)  An Analysis on the Role of Covariance Functions in Least Squares Collocation   Department of Surveying Engineering, Oxford University, U.K.  
Abstract:
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ Η εν λόγω εργασία αναφέρεται στα θεωρητικά και πρακτικά θέματα που αφορούν τις συναρτήσεις συμμεταβλητότητας των διαφόρων παραμέτρων, που περιγράφουν το πεδίο βαρύτητας της Γης. Ειδικότερα, εξετάζεται ο ρόλος των εν λόγω συναρτήσεων στη μέθοδο Least Squares Collocation (LSC), που χρησιμοποιείται στη φυσική γεωδαισία, για το συνδυασμό διαφόρων τύπων μετρήσεων, που αφορούν τον υπολογισμό των παραμέτρων που περιγράφουν το δυναμικό βαρύτητας της Γης (π.χ. ανωμαλίες βαρύτητας, υψόμετρα του γεωειδούς, αποκλίσεις της κατακορύφου, ανωμαλίες του δυναμικού, κλπ.). Δεδομένου ότι οι εν λόγω παράμετροι του δυναμικού βαρύτητας της Γης συσχετίζονται με γραμμικές (ή γραμμοποιημένες) μαθηματικές σχέσεις, αν η συνάρτηση συμμεταβλητότητας για μία παράμετρο είναι καθορισμένη, μπορούν να υπολογισθούν και οι συναρτήσεις συμμεταβλητότητας για τις άλλες παραμέτρους. Σε αυτό ουσιαστικά βασίζεται και η εφαρμογή της μεθόδου LSC. Αν και οι μεταβολές (παρεκλίσεις) του πεδίου βαρύτητας της Γης περιγράφονται θεωρητικά από οποιαδήποτε από τις παραπάνω αναφερόμενες παραμέτρους, στην πράξη διάφορες δυσκολίες ή ειδικές ανάγκες επιβάλλουν την επιλογή χρήσης των συναρτήσεων συμμεταβλητότητας των ανωμαλιών βαρύτητας (covariance function of the gravity anomalies) ή των διαταραχών του δυναμικού βαρύτητας (covariance functions of the anomaloys potential), σαν τις βασικές συναρτήσεις συμμεταβλητότητας, για τον υπολογισμό του πεδίου βαρύτητας της Γης με τη μέθοδο LSC. Η εν λόγω εργασία περιγράφει αναλυτικά τα θεωρητικά και πρακτικά βήματα υπολογισμού των εν λόγω δύο βασικών συναρτήσεων συμμεταβλητότητας και θεμελιώνει το ενιαίο πλαίσιο αναλυτικού υπολογισμού και τον τρόπο χρήσης τους για την επίλυση προβλημάτων υπολογισμού των γεωμετρικών και φυσικών παραμέτρων του πεδίου βαρύτητας της Γης από ανομοιογενώς κατανεμημένες μετρήσεις (π.χ. ανωμαλίες βαρύτητας, δορυφορικά δεδομένα για τις παρατηρούμενες τροχιακές παρεκλίσεις, τοπογραφικές-ισοστατικές αποκλίσεις της κατακορύφου, κ.ά.). Για τη σαφέστερη κατανόηση των πλεονεκτημάτων ή μειονεκτημάτων κάθε μιας από τις παραπάνω συναρτήσεις συμμεταβλητότητας, γίνεται εκτενής αναφορά στην μαθηματική ανάπτυξη των εν λόγω συναρτήσεων, από όπου διαφαίνονται τα σχετικά πρακτικά πλεονεκτήματα της συνάρτησης συμμεταβλητότητας των διαταραχών του δυναμικού βαρύτητας της Γης. Περιγράφονται επίσης τα τυχόν υπολογιστικά προβλήματα, που ενδέχεται να προκύψουν, πριν ακόμα περάσει κανείς στο στάδιο εφαρμογής της μεθόδου LSC και της χρήσης των συγκεκριμένων συναρτήσεων συμμεταβλητότητας.
1974
ฮ‘ ฮฃ ฮ“ฮฑฮถฮฎฯ‚, ฮ” ฮ”ฮตฮปฮทฮบฮฑฯฮฌฮฟฮณฮปฮฟฯ… (1974)  Eฯ€ฮฏฮปฯ…ฯƒฮท ฯ„ฮฟฯ… ฮณฮตฯ‰ฮดฮฑฮนฯ„ฮนฮบฮฟฯ ฮดฮนฮบฯ„ฯฮฟฯ… Bฮฟฯฮตฮฏฮฟฯ… Eฯ…ฮฒฮฟฮฏฮฑฯ‚-ฮฃฯ„ฮตฯฮตฮฌฯ‚ Eฮปฮปฮฌฮดฮฑฯ‚ (ฮ”ฮนฮฑฯฮปฮฟฯ… ฮฉฯฮตฯŽฮฝ), Diploma Thesis in Greek (Adjustment of the geodetic network between Evoia and Sterea Hellas, Oraioi Crossing)   ฮฃฯ‡ฮฟฮปฮฎ ฮ‘ฮณฯฮฟฮฝฯŒฮผฯ‰ฮฝ ฮคฮฟฯ€ฮฟฮณฯฮฌฯ†ฯ‰ฮฝ ฮœฮทฯ‡ฮฑฮฝฮนฮบฯŽฮฝ, ฮ•ฮธฮฝฮนฮบฯŒ ฮœฮตฯ„ฯƒฯŒฮฒฮนฮฟ ฮ ฮฟฮปฯ…ฯ„ฮตฯ‡ฮฝฮตฮฏฮฟ.  
Abstract:
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ Το αντικείμενο της διπλωματικής εργασίας αφορούσε τη Θεωρία Σφαλμάτων και τη Μέθοδο Ελαχίστων Τετραγώνων (Μ.Ε.Τ.), με ειδική έμφαση στη μελέτη των μεθόδων επίλυσης γεωδαιτικών δικτύων και την εφαρμογή της πλέον ενδεδειγμένης μεθόδου, για την επίλυση του δικτύου του Διαύλου Ωρεών, στα πλαίσια των εργασιών ερευνητικού προγράμματος του Εργαστηρίου Τοπογραφίας του Ε.Μ.Π. Την εργασία αποτελούν τέσσερα τμήματα (ειδικές ενότητες) για την κατανόηση και την πληρέστερη μελέτη των επί μέρους εργασιών: 1. Εισαγωγή στο αντικείμενο 2. Σύντομη ανάπτυξη της ανάλυσης των στοιχείων, που προέρχονται από τις γεωδαιτικές μετρήσεις, ανάλυση της αναγκαιότητας της συνόρθωσης των παρατηρήσεων και εφαρμογή της Μ.Ε.Τ. στην επίλυση γεωδαιτικών δικτύων. Διαχωρισμός των θεωρητικών μεθόδων επίλυσης δικτύων και σύντομη ανάλυση κάθε μεθόδου, περιγραφή της συγκεκριμένης μεθόδου εφαρμογής για την επίλυση του δικτύου του Διαύλου Ωρεών και αιτιολόγηση της εκάστοτε επιλογής. 3. Επίλυση του δικτύου του Διαύλου Ωρεών. Διαδικασία αναγωγής των μετρηθέντων μηκών και γωνιών στο ελλειψοειδές, εξαγωγή αποτελεσμάτων και ανάλυση αυτών. Συμπεράσματα και προτάσεις για το σύνολο της εργασίας. 4. Αναφορά στο λογισμικό που αναπτύχθηκε για την επίλυση του δικτύου. Σύντομη ανάλυση της σειράς των υπολογισμών και στοιχεία για την οργάνωση, τον έλεγχο, τη χρήση του λογισμικού προγράμματος καθώς και για την ερμηνεία των αποτελεσμάτων. Η ανάλυση της λειτουργίας του λογισμικού κρίθηκε απαραίτητη, ώστε να είναι δυνατή στο μέλλον η επανάληψη των υπολογισμών με στοιχεία από νέες μετρήσεις ή προκειμένου να χρησιμοποιηθεί γενικά για την επίλυση γεωδαιτικών δικτύων, με τη μέθοδο μεταβολής των συντεταγμένων.

Technical Specifications Guides

1999
D Delikaraoglou (1999)  KT Information System (KTIS) Security - Standards and Guidelines   ฮคฮตฯ‡ฮฝฮนฮบฯŒ ฮ•ฮณฯ‡ฮตฮนฯฮฏฮดฮนฮฟ, v. 1.0, ฮšฮคฮ—ฮœฮ‘ฮคฮŸฮ›ฮŸฮ“ฮ™ฮŸ ฮ‘.ฮ•. [Technical Specifications Guides]  
Abstract:
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ Το Σύστημα Πληροφορικής της Κτηματολόγιο Α.Ε. (ως φορέα εκπόνησης του Κτηματολογίου) προβλέπεται σαν ένα εκτεταμένο σύστημα δεδομένων και πληροφοριών που θα χρησιμοποιεί ένα διανεμημένο σύστημα Η/Υ, ανοικτής αρχιτεκτονικής και θα εκτελεί μια σειρά λειτουργιών, που θα υποστηρίζουν διάφορους χρήστες σε εθνικό επίπεδο. Το προβλεπόμενο σύστημα θα βασίζεται κυρίως σε αυτοματοποιημένες λειτουργίες και υποδομές (π.χ. ηλεκτρονική επαγωγή δεδομένων μέσα από δίκτυα τηλεπικοινωνιών υψηλής ταχύτητας), των οποίων η συνεχής λειτουργία θα είναι επιτακτικά απαραίτητη. Η εν λόγω εργασία αναφέρεται στα Πρότυπα και Οδηγίες για το Σύστημα Πληροφορικής της Κτηματολόγιο Α.Ε., ιδιαίτερα όσον αφορά τα εξής θέματα: 1. Απαιτήσεις ασφάλειας για τα κτηματολογικά και άλλα στην κατοχή της Κτηματολόγιο Α.Ε. δεδομένα και για τα συστήματα υποδομής του Συστήματος Πληροφορικής 2. Διαχείριση της ασφάλειας, συμπεριλαμβανομένων και των διαδικασιών πρόσβασης στους εξοπλισμούς Η/Υ, τόσο στις κεντρικές εγκαταστάσεις της Κτηματολόγιο Α.Ε., όσο και στα Περιφερειακά Γραφεία Κτηματολογίου, τα οποία θα χρησιμοποιηθούν για την ανάπτυξη, λειτουργία και διαχείριση του Εθνικού Κτηματολογίου. 3. Ασφάλεια των λογισμικών πακέτων και ψηφιακών δεδομένων του συστήματος 4. Ασφάλεια κρατικής περιουσίας και εξοπλισμών στις εγκαταστάσεις της Κτηματολόγιο Α.Ε.
ฮ” ฮ”ฮตฮปฮทฮบฮฑฯฮฌฮฟฮณฮปฮฟฯ… ฮบฮฑฮน ฮ• ฮ ฮฑฯ€ฮฑฮฝฮดฯฮญฮฟฯ… (1999)  ฮ ฯฯŒฯ„ฯ…ฯ€ฮฑ ฮบฮฑฮน ฮŸฮดฮทฮณฮฏฮตฯ‚ ฮณฮนฮฑ ฯ„ฮทฮฝ ฯ€ฮฑฯฮฑฮณฯ‰ฮณฮฎ ฮบฮฑฮน ฯ„ฮฟฮฝ ฮญฮปฮตฮณฯ‡ฮฟ ฯ€ฮฟฮนฯŒฯ„ฮทฯ„ฮฑฯ‚ ฯˆฮทฯ†ฮนฮฑฮบฯŽฮฝ ฮฟฯฮธฮฟฯ†ฯ‰ฯ„ฮฟฯ‡ฮฑฯฯ„ฯŽฮฝ (Technical Report in Greek; Standards and guidelines for the production and quality control of digital orthophotomaps)   ฮคฮตฯ‡ฮฝฮนฮบฯŒ ฮ•ฮณฯ‡ฮตฮนฯฮฏฮดฮนฮฟ, v. 1.0, ฮšฮคฮ—ฮœฮ‘ฮคฮŸฮ›ฮŸฮ“ฮ™ฮŸ ฮ‘.ฮ•. [Technical Specifications Guides]  
Abstract:
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ Οι ψηφιακοί ορθοφωτοχάρτες είναι γεωμετρικά διορθωμένες εικόνες, οι οποίες έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά κλίμακας, όπως και ένας διανυσματικός χάρτης, επομένως μπορούν να χρησιμοποιηθούν άμεσα για μετρήσεις και αναλύσεις μεγεθών. Οι ορθοφωτοχάρτες συνδυάζουν τα χαρακτηριστικά απεικόνισης, που έχει μία φωτογραφία, με τη γεωμετρική ποιότητα ενός χάρτη. Προσφέρουν τα πλεονεκτήματα που έχει ένα σύνηθες χαρτογραφικό προϊόν, αλλά σε αντίθεση με τους παραδοσιακούς χάρτες απεικονίζουν τα πραγματικά χαρακτηριστικά του εδάφους και όχι τη χαρτογραφική απεικόνιση των χαρακτηριστικών αυτών. Οι όροι “ψηφιακή ορθοφωτογραφία” και “ψηφιακός ορθοφωτοχάρτης” αναφέρονται αντίστοιχα σε ψηφιακή εικόνα, που προέρχεται από μία ορθοφωτογραφία και σε ψηφιακή εικόνα, που προέρχεται από περισσότερες της μιάς ορθοφωτογραφίες, οι οποίες έχουν ενωθεί μαζί (σε μωσαϊκό) και απαρτίζουν ένα χάρτη ενιαίο με τις ιδιότητες της ορθής προβολής. Τα πρότυπα και οι τεχνικές οδηγίες, που παρουσιάζονται στην εν λόγω εργασία, αναφέρονται στη συλλογή, την επεξεργασία, την αρχειοθέτηση, τον ποιοτικό έλεγχο και την έγκριση των δεδομένων των ψηφιακών ορθοφωτοχαρτών, για τις ανάγκες του Προγράμματος του Εθνικού Κτηματολογίου. Τα δεδομένα που θα παραχθούν με αυτές τις προδιαγραφές, θα αρχειοθετηθούν στη Βάση των Χαρτογραφικών Δεδομένων του Ελληνικού Κτηματολογίου και θα χρησιμοποιηθούν όχι μόνο για τις ανάγκες του Ελληνικού Κτηματολογίου, αλλά και για τις ανάγκες της ευρύτερης ομάδας χρηστών σε ψηφιακές εικόνες (π.χ. σαν μέσο για την ακριβέστερη καταγραφή των δασικών εκτάσεων, για την παραγωγή χαρτογραφικών υποβάθρων κ.λ.π.). Αυτή η οικονομική εναλλακτική μέθοδος σε σύγκριση με τη συνήθη γεωμετρική διόρθωση, βασίζεται σε μία ιδιαίτερα εξειδικευμένη φωτογραμμετρική διαδικασία. Ο ψηφιακός ορθοφωτοχάρτης μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τις ίδιες εφαρμογές όπως και μία γεωμετρικά διορθωμένη φωτογραφία, δηλαδή για φωτοερμηνεία του εδάφους, για μελέτη της μορφολογίας του εδάφους, για θεματικό διαχωρισμό ενοτήτων και μέτρηση αποστάσεων, κλπ.
ฮ” ฮ”ฮตฮปฮทฮบฮฑฯฮฌฮฟฮณฮปฮฟฯ… ฮบฮฑฮน ฮ• ฮ ฮฑฯ€ฮฑฮฝฮดฯฮญฮฟฯ… (1999)  ฮคฮตฯ‡ฮฝฮนฮบฮญฯ‚ ฮ ฯฮฟฮดฮนฮฑฮณฯฮฑฯ†ฮญฯ‚ ฮบฮฑฮน ฮŸฮดฮทฮณฮฏฮตฯ‚ ฮณฮนฮฑ ฮ‘ฮตฯฮฟฯ„ฯฮนฮณฯ‰ฮฝฮนฯƒฮผฮฟฯฯ‚ (Technical Report in Greek; Technical specifications and guidelines for aerotringulations)   ฮคฮตฯ‡ฮฝฮนฮบฯŒ ฮ•ฮณฯ‡ฮตฮนฯฮฏฮดฮนฮฟ, v. 1.0, ฮšฮคฮ—ฮœฮ‘ฮคฮŸฮ›ฮŸฮ“ฮ™ฮŸ ฮ‘.ฮ•. [Technical Specifications Guides]  
Abstract:
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ Η διαδικασία του αεροτριγωνισμού μπορεί να ορισθεί σαν πύκνωση και διεύρυνση των σημείων ελέγχου του εδάφους μέσω της χρήσης αεροφωτογραφιών. Τα πλεονεκτήματα αυτής της διαδικασίας είναι η σημαντική μείωση των εργασιών υπαίθρου, που απαιτούνται, καθώς και η πολυπλευρότητα στην επιλογή των θέσεων των σημείων ελέγχου. Αυτό επιτυγχάνεται με την παραγωγή ικανού αριθμού σημείων στα φωτογραμμετρικά μοντέλα, υπολογισμένων από τα επίγεια σημεία ελέγχου, έτσι ώστε κάθε μοντέλο να μπορεί να προσανατολιστεί με την ακρίβεια που απαιτείται για τις φωτογραμμετρικές εργασίες, τόσο για την παραγωγή ορθοφωτογραφιών όσο και για την σύνταξη φωτογραμμετρικών υποβάθρων σε ψηφιακή ή αναλογική μορφή. Ο αεροτριγωνισμός, σε σύγκριση με τον προσανατολισμό ανεξάρτητων μοντέλων, προσφέρει το πλεονέκτημα, ότι απαιτεί λιγότερα φωτοσταθερά για την επίλυση. Με τα σημερινά δεδομένα είναι δυνατόν να βασιστεί κανείς σε ακόμη λιγότερα επίγεια σημεία ελέγχου, χρησιμοποιώντας ακριβείς μετρήσεις GPS (Global Positioning System) για τις θέσεις των φωτοκέντρων, την εκάστοτε χρονική στιγμή της λήψης των αεροφωτογραφιών. Τα δεδομένα αυτά εισάγονται σαν επιπρόσθετες παρατηρήσεις, σε ένα "συνδυασμένο" μπλοκ αεροτριγωνισμού, δημιουργώντας μπλοκ με μεγάλη πυκνότητα σημείων ελέγχου και ομοιόμορφη υψηλή ακρίβεια σε όλο το μπλοκ. Ωστόσο ο αεροτριγωνισμός με μετρήσεις GPS απαιτεί ιδιαίτερη θεώρηση και προσοχή, όσον αφορά ειδικά τεχνικά θέματα, τα οποία σε περίπτωση που δεν προσεχθούν, οδηγούν σε διάφορα προβλήματα και υποβιβασμό της ακρίβειας των αποτελεσμάτων. Για το λόγο αυτό τα ειδικά αυτά θέματα εξετάζονται με λεπτομέρεια στο κεφάλαιο 6 του εν λόγω τεύχους. Επιπλέον αναλύονται διεξοδικά οι διαδικασίες που ακολουθούνται κατά τη μέτρηση και την επίλυση των αναλυτικών αεροτριγωνισμών, όπως: • Προετοιμασία του πρωτογενούς υλικού • Σάρωση των διαθετικών (μόνο για την ψηφιακή μέθοδο) • Επιλογή των φωτοσταθερών και συνδετικών σημείων • Διαδικασία pugging των διαθετικών (προαιρετικά και μόνο στη συμβατική μέθοδο) • Μέτρηση σημείων (συμβατική μέθοδος μόνο) • Επίλυση Η κύρια επιδίωξη των Προδιαγραφών και Οδηγιών που περιγράφονται είναι: (α) να ορισθούν οι διαδικασίες και οι ενέργειες, οι οποίες θα πρέπει να ακολουθούνται κατά την διεξαγωγή των βασικών επιμέρους βημάτων του αεροτριγωνισμού, για κάθε μελέτη, που ανατίθεται στα πλαίσια του Προγράμματος του Ελληνικού Κτηματολογίου και (β) να ορισθούν οι απαιτήσεις για τον έλεγχο ποιότητας και την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων του αεροτριγωνισμού, ώστε να διασφαλισθεί, ότι θα λαμβάνονται κάθε φορά αξιόπιστα αποτελέσματα.
1998
ฮ” ฮ”ฮตฮปฮทฮบฮฑฯฮฌฮฟฮณฮปฮฟฯ… (1998)  ฮ‘ฯ€ฮฑฮนฯ„ฮฎฯƒฮตฮนฯ‚ ฮ•ฮปฮญฮณฯ‡ฮฟฯ… ฮบฮฑฮน ฮ”ฮนฮฑฯƒฯ†ฮฌฮปฮนฯƒฮทฯ‚ ฮ ฮฟฮนฯŒฯ„ฮทฯ„ฮฑฯ‚ ฮณฮนฮฑ ฯ„ฮฟ ฮ•ฮปฮปฮทฮฝฮนฮบฯŒ ฮšฯ„ฮทฮผฮฑฯ„ฮฟฮปฯŒฮณฮนฮฟ (Technical report in Greek; Quality Control and Assurance Requirements for the Greek Cadastre)   ฮคฮตฯ‡ฮฝฮนฮบฯŒ ฮ•ฮณฯ‡ฮตฮนฯฮฏฮดฮนฮฟ, v. 1.0, ฮšฮคฮ—ฮœฮ‘ฮคฮŸฮ›ฮŸฮ“ฮ™ฮŸ ฮ‘.ฮ•. [Technical Specifications Guides]  
Abstract:
Notes: ΠΕ΅ΡΙΛΗΨΗ Ο στόχος του εν λόγω εγχειριδίου είναι: • Να δώσει το γενικότερο πλαίσιο των απαιτήσεων της ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ Α.Ε. σε σχέση με τον έλεγχο και τη διασφάλιση ποιότητας στα πλαίσια του προγράμματος του Ελληνικού Κτηματολογίου. • Να εξοικειώσει τους Επιβλέποντες Μηχανικούς των μελετών του Κτηματολογίου με τις βασικές αρχές των αποδεκτών επιπέδων ποιότητας, που θα χρησιμοποιηθούν στις αξιολογήσεις των εργασιών για το Ελληνικό Κτηματολόγιο, ώστε να επιταχυνθεί η διαδικασία παρακολούθησης των Συμβάσεων και η προώθηση μιας επιτυχημένης συνεργασίας με τα μελετητικά γραφεία. • Να στοιχειοθετήσει ένα γενικό πλαίσιο εννοιών και οδηγιών ελέγχου και διασφάλισης ποιότητας, που διέπονται από τα διεθνή πρότυπα του Διεθνούς Οργανισμού Τυποποίησης (International Standardization Organization, ISO). Οι βασικές αυτές έννοιες, αν εφαρμοσθούν, θα διευκολύνουν τα μελετητικά γραφεία, που συμμετέχουν στα έργα του Ελληνικού Κτηματολογίου, να προσαρμόσουν την συγκεκριμένη δική τους στρατηγική διασφάλισης ποιότητας στις εξελισσόμενες ανάγκες αυτού του φιλόδοξου αναπτυξιακού προγράμματος, αλλά και να επιδείξουν τις δυνατότητες τους για την υψηλή ποιοτικά παραγωγή των παραδοτέων προϊόντων και υπηρεσιών προς την ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ Α.Ε. Στην εργασία, αναγνωρίζεται ότι κάθε Ομάδα Eργου των Ανάδοχων, που μετέχουν στο Πρόγραμμα του Ελληνικού Κτηματολογίου, έχει τα δικά της μοναδικά χαρακτηριστικά, όπως ακριβώς διαφέρει και η αντίστοιχη οργάνωση και το εργασιακό περιβάλλον στο οποίο λειτουργούν. Ωστόσο, κάθε ενεργό σύστημα διασφάλισης ποιότητας διαθέτει ορισμένα κοινά σημεία, που είναι θεμελιώδους σημασίας για κάθε επιχείρηση. Κατά συνέπεια, στο εγχειρίδιο, χρησιμοποιείται ένα τυποποιημένο λεξιλόγιο για να περιγράψει αυτά τα κοινά στοιχεία εσωτερικής διαχείρισης των μελετών του Κτηματολογίου, μαζί με ένα σύνολο κοινών βασικών αρχών και οδηγιών αξιολόγησης της ποιότητας των τελικών προϊόντων και υπηρεσιών. Οι οδηγίες που παρέχονται αποσκοπούν στο να επιτρέψουν την προσαρμογή τους από κάθε Ανάδοχο και τους υπεργολάβους του, αντανακλώντας την οργανωτική δομή των εταιρειών τους, τις συγκεκριμένες απαιτήσεις και τα προγραμματισμένα σχέδια εργασιών της μελέτης τους, καθώς και την επιχειρησιακή – και τεχνολογική – προσέγγιση που ακολουθούν, όσον αφορά το έλεγχο και την διασφάλιση ποιότητας των εργασιών, προϊόντων και υπηρεσιών τους.
ฮ” ฮ”ฮตฮปฮทฮบฮฑฯฮฌฮฟฮณฮปฮฟฯ…  ฮŸฮดฮทฮณฮฏฮตฯ‚ ฮณฮนฮฑ ฯ„ฮท ฯ‡ฯฮฎฯƒฮท ฯ„ฮฟฯ… GPS (Technical Report in Greek; Guidelines for the use of GPS)   ฮคฮตฯ‡ฮฝฮนฮบฯŒ ฮ•ฮณฯ‡ฮตฮนฯฮฏฮดฮนฮฟ, v. 1.0, ฮšฮคฮ—ฮœฮ‘ฮคฮŸฮ›ฮŸฮ“ฮ™ฮŸ ฮ‘.ฮ•. [Technical Specifications Guides]  
Abstract:
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ Σήμερα, για πολλές από τις εργασίες του Εθνικού Κτηματολογίου εφαρμόζεται ευρέως το δορυφορικό σύστημα GPS (Global Positioning System), που βασικά είναι τεχνολογία εντοπισμού θέσης σε τρεις διαστάσεις και με δυνατότητες να παρέχει αποτελέσματα υψηλής ακρίβειας, γρήγορα και οικονομικά, και συνεπώς, είναι μία από τις λίγες προηγμένες τεχνολογίες, που προβλέπεται να επηρεάσει ουσιαστικά, σε όλα σχεδόν τα επίπεδα εκπόνησης των μελετών, τις παρούσες και μελλοντικές ανάγκες, για τη συλλογή χωρικών στοιχείων που απαιτούνται για την υλοποίηση του προγράμματος. Στα πλαίσια των εν λόγω μελετών, απαιτούνται γεωδαιτικά/τοπογραφικά δίκτυα υψηλής ακρίβειας πάνω στα οποία θα βασιζονται, θα επαληθεύονται και θα αξιολογούνται οι εκάστοτε τοπογραφικές και άλλες εργασίες κτηματογράφησης κάθε μελέτης. Οι εργασίες για την υλοποίηση των εν λόγω δικτύων θα πρέπει να ακολουθούν και να συμφωνούν με πολύ πιο αυστηρά πρότυπα ακρίβειας και διασφάλισης ποιότητας από αυτά που ισχύουν για άλλες τυπικές εργασίες κτηματογράφησης και χαρτογράφησης (π.χ., πράξεις εφαρμογής, διανομές, κλπ.). Στην εν λόγω εργασία περιγράφονται οδηγίες, που αφορούν τόσο τον σχεδιασμό των εργασιών GPS στο πεδίο, την συλλογή και την επεξεργασία των δεδομένων GPS, όσο και την πλήρη τεκμηρίωση των αποτελεσμάτων εντοπισμού, από τη συνόρθωση των μετρήσεων, ώστε οι Ανάδοχοι που χρησιμοποιούν την τεχνολογία GPS να μπορούν να εφαρμόζουν διαδικασίες ποιοτικού ελέγχου ανάλογες και σύμφωνες με τις εν λόγω οδηγίες.

Internal Technical Report

1991
(1991)  Exploratory Investigation on the use of Inland-water, Land and Ice Satellite Altimetry   Canadian Geodetic Survey, Energy, Mines and Resources Canada [Internal Technical Report]  
Abstract:
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ Η παρούσα εργασία αποτελεί μια κοινή εσωτερική τεχνική έκθεση που προετοιμάστηκε από την αμερικανική εταιρεία GAIA Inc. και την καναδική Γεωδαιτική Υπηρεσία στα πλαίσια της προετοιμασίας του διεπιστημονικού προγράμματος ΗΠΑ-Καναδά για τη “Ανάπτυξη ενός Συστήματος Πληροφοριών για τον Έλεγχο της Παγκόσμιας Αλλαγής Κλίματος στον Καναδά”. Η εργασία εξετάζει το πρόβλημα της λειτουργίας των αλτιμετρικών ραντάρ στις παγωμένες επιφάνειες των αρκτικών περιοχών, όπου η συμπεριφορά των παλμών ενός ραντάρ είναι ιδιαίτερα πιό σύνθετη απ' ό,τι στην περίπτωση λειτουργίας πάνω από την επιφάνεια των ωκεανών. Στους παράγοντες που προκαλούν τα εν λόγω προβλήματα περιλαμβάνονται κυρίως οι κλίσεις και η μορφολογία των επιφανειών πάγου που χαρακτηρίζονται από μήκη κύματος στην ίδια χωρική κλίμακα με την ακτίνα της περιοχής ανάκλασης των παλμών του ραντάρ, καθώς και οι δευτερεύουσες ανακλάσεις του ραντάρ. Χρησιμοποιώντας ειδικές μεθόδους επαναπροσδιορισμού της μορφής του επιστρέφοντος παλμού ραντάρ (return-pulse retracking) στην ανάλυση διαθέσιμων αλτιμετρικών δεδομένων από τον δορυφόρο GEOSAT, η εργασία κατέδειξε ότι τα δεδομένα αλτιμετρικών ραντάρ είναι μια πολύ πολύτιμη πηγή πληροφοριών για τον προσδιορισμό της τοπογραφίας των ηπειρωτικών αρκτικών περιοχών, συμπεριλαμβανομένων των εσωτερικών θαλασσών του Καναδά (π.χ., Hudson Bay), δεδομένου ότι με τη χρήση τους, παρέχεται η δυνατότητα χαρτογράφησης των διαχρονικών αλλαγών της επιφάνειας των πάγων, που με τη σειρά τους θα μπορούσαν να παρέχουν τους ανεξάρτητους δείκτες της κατεύθυνσης ροής και των ορίων των πάγων, να οριοθετήσουν τις λεκάνες αποροής, να επιτρέψουν την ανίχνευση των αλλαγών του πάχους των πάγων και συνεπώς να παρέχουν ένα άμεσο μέτρο της μαζικής ισορροπίας των φύλλων πάγου. Οι διαπιστώσεις αυτές υπογράμμισαν την ανάγκη να περιληφθεί αυτός ο τύπος στοιχείων στα μοντέλα και ένα προτεινόμενο σύστημα κρυοσφαιρικών πληροφοριών για τον έλεγχο των αλλαγών το παγκόσμιου κλίματος στις καναδικές αρκτικές περιοχές, δεδομένου ότι οποιαδήποτε αξιόπιστη μελέτη της μελλοντικής συμπεριφοράς των φύλλων πάγου σε συγκεκριμένες κλιματολογικές αλλαγές θα απαιτούσαν την ακριβή γνώση των εν εξελίξει υψομετρικών αλλαγών των φύλλων πάγου και της χρονικά εξαρτημένης συμπεριφοράς τους.

Research Reports

1990
R Simard, S Argus, F Bowkett, M Brugman, J Cihlar, D Delikaraoglou, J Falkingham, T Fisher, H French, B Goodison, H Granberg, A Judge, R Koerner, E Ledrew, R Leconte, B Maxwell, M -C Mouchot, L Mysak, S Ommaney, T Prowse (1990)  Cryospheric System (CRYSYS) to Monitor Global Change in Canada   Research Project Execution Plan submitted to Eos/NASA by the Canadian Space Agency [Research Reports]  
Abstract:
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ Η εν λόγω εργασία, αναφέρεται στο επιχειρησιακό σχέδιο της Καναδικής συμμετοχής στο διεπιστημονικό πρόγραμμα Eos (Earth Observing System) της ΝΑΣΑ. Οι αρκτικές περιοχές είναι ιδιαίτερα σημαντικές για τη παρακολούθηση των φαινομένων και επιδράσεων της παγκόσμιας αλλαγής κλίματος στο περιβάλλον. Αλλαγές στην ατμόσφαιρα επιδρούν στους πάγους των θαλασσίων και ηπειρωτικών περιοχών, στους παγετώνες και το επιφανειακό χιόνι, τα οποία με τη σειρά τους επιδρούν στην ατμόσφαιρα, τις θάλλασες και τις φρέσκιες υδάτινες μάζες. Ο μόνος τρόπος για να αξιολογηθούν οι επιδράσεις της παγκόσμιας αλλαγής κλίματος, είναι να προσπαθήσει κανείς να αναπτύξει μοντέλα των φυσικών μηχανισμών, που δημιουργούν τα παρατηρούμενα φαινόμενα, και να διατηρηθεί ένα δίκτυο σταθμών μετρήσεων στο πεδίο, όπου να είναι δυνατόν να μετρηθούν απευθείας οποιεδήποτε σχετικές αλλαγές στην επιφάνεια της Γης. Στην εν λόγω εργασία, περιγράφονται λεπτομερώς οι δραστηριότητες του προγράμματος CRYSYS, όπου πρόκειται να αναπτυχθούν και να αξιολογηθούν τα τοπικά μοντέλα που είναι αναγκαία για τη χρήση πληροφοριών που αφορούν τη συμπεριφορά της κρυόσφαιρας της Γης στις αρκτικές περιοχές, ώστε να μελετηθούν και να παρακολουθηθούν οι επιδράσεις της παγκόσμιας αλλαγής κλίματος. Για την υλοποίηση του προτεινόμενου σχεδίου, προτείνονται η εγκατάσταση και χρήση ενός σημαντικού αριθμού επιγείων σταθμών μετρήσεων σε σημαντικές πειραματικές περιοχές, η ανάπτυξη καταλλήλων μαθηματικών μοντέλων για την εξαγωγή (υπολογισμό) κρισίμων γεωφυσικών παραμέτρων, επαλήθευση των τοπικών μοντέλων και χρήση των τοπικών αποτελεσμάτων σαν αρχικές τιμές για την αξιολόγηση γενικευμένων μοντέλων για τις αρκτικές περιοχές, καθώς και προώθηση των αποτελεσμάτων των ερευνών του προγράμματος μέσα από σύστημα πληροφοριών Eos (Eos Data Information System, EosDIS) για την αξιολόγηση παγκοσμίας κλίμακας μοντέλων της παγκόσμιας αλλαγής κλίματος.
1988
D Delikaraoglou, D Boal, H Dragert, J Kouba, A Lambert, A Mainville (1988)  GLRS Crustal Movements, Altimetry, and Eos Precise Orbit Experiments in Canada   An Interdisciplinary Investigation proposal in response to the NASA Announcement of Opportunity for the Earth Observing System (Eos), Geodetic Survey of Canada [Research Reports]  
Abstract:
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ Η εν λόγω εργασία αποτέλεσε την πλήρη πρόταση συμμετοχής των καναδικών οργανισμών της Γεωδαιτικής Υπηρεσίας (Canadian Geodetic Survey, CGS), της Γεωλογικής Υπηρεσίας (Geological Survey of Canada) και του Γεωεπιστημονικού Κέντρου του Δ. Καναδά (Pacific Geoscience Centre, PGC) στο διεπιστημονικό πρόγραμμα Eos (Earth Observing System) της ΝΑΣΑ. Η πρόταση που περιγράφεται στην εν λογω εργασία, εστιάζει στη χρήση του GLRS (Geodynamics Laser Ranging and Altimeter System), ενός ειδικού συστήματος λέϊζερ αποστάσεων και αλτιμετρικών μετρήσεων με δυνατότητες γεωδυναμικών εφαρμογών, το οποίο προγραμματιζόταν για τους δορυφόρους πολικές-πλατφόρμες του προγράμματος Eos. Περιγράφονται συγκεκριμένες ερευνητικές δραστηριότητες και μελέτες, που θα βασίζονται στη συνεργιστική χρήση του GLRS, του δικτύου των καναδικών σταθμών GPS συνεχούς λειτουργίας (Active Control System (ACS) networks) και των σταθμών παρακολούθησης τεκτονικών μικρομετακινήσεων και αλλαγών της βαρύτητας της Γης και προτείνονται ειδικά πειράματα διεξαγωγής μετρήσεων (α) στις περιοχές της δυτικής ακτής του Καναδά, όπου υφίστανται γεωδυναμικού χαρακτήρα τεκτονικές μετακινήσεις και παραμορφώσεις, και (β) στη περιοχή Hudson Bay του βόρειου Καναδά, όπου υφίστανται φαινόμενα μετακίνησης του στερεού φλοιού της Γης, εξ αιτίας της απόσυρσης των παγετώνων (post-glacial rebound). Οι συγκεκριμένοι στόχοι του προτεινόμενου έργου ήταν: 1. Να επιδειχθεί, μέσα από αναλύσεις προσομοίωσης και πραγματικά δεδομένα, η χρησιμότητα των μετρήσεων GLRS μέσω παθητικών ανακλαστήρων, ως συμπληρωματική για άλλες (πιο ασύμφορες λόγω κόστους) τεχνικές, όπως GPS/VLBI, για τη μελέτη των τεκτονικών αλληλοεπιδράσεων, στα όρια της τεκτονικής πλάκας της Βορείου Αμερικής, στη δυτική ακτή του Καναδά, και για την ανίχνευση κατακόρυφων μετακινήσεων στις περιοχές του ανατολικού Καναδά εξ αιτίας του post-glacial rebound. 2. Να εξετασθούν τα διαφαινόμενα πλεονεκτήματα χρήσης του αλτιμέτρου GLRS για τη παραγωγή τοπογραφικών πληροφοριών υψηλής ακρίβειας, για περιοχές κυρίως αρκτικές, δύσκολες στη πρόσβαση και ουσιαστικά ελάχιστα ή μη-χαρτογραφημένες, καθώς και για άλλες περιοχές γεωφυσικού και γεωδαιτικού ενδιαφέροντος για τον Καναδά. 3. Για την υποστήριξη των εν λόγω δραστηριοτήτων να διεξαχθούν συντονισμένες μετρήσεις GLRS και GPS (αυτόνομα ή σε συνδυασμό), ώστε να μελετηθεί ο βαθμός βελτίωσης των υπολογισμών των τροχιών της διαστημικής πλατφόρμας Eos, που θα μεταφέρει το σύστημα GLRS, με μετρήσεις GPS, μεταξύ της πλατφόρμας Eos και των δορυφόρων GPS, καθώς και μετρήσεις από επίγειους σταθμούς από το δίκτυο ACS. Η εν λόγω πρόταση, με ορισμένες αναπροσαρμοστικές αλλαγές (κυρίως για λογιστικούς λόγους), επιλέχθηκε από τη ΝΑΣΑ και συμπτύχθηκε με ανάλογη πρόταση του Καναδικού Κέντρου Τηλεπισκόπησης (Canada Centre for Remote Sensing, CCRS) στο ερευνητικό πρόγραμμα CRYSYS (Cryospheric System to monitor global change in Canada), που αποτέλεσε και τη τελική συμμετοχή του Καναδά στη συγκεκριμένη φάση υλοποίησης του προγράμματος Eos.

Theses & Dissertations Supervised or co-Supervised

2011
ฮงฯฮฎฯƒฯ„ฮฟฯ‚ ฮจฮฑฯฯฮฌฯ‚ (2011)  ฮ‘ฮฝฮฌฯ€ฯ„ฯ…ฮพฮท ฮจฮทฯ†ฮนฮฑฮบฮฟฯ ฮฃฯ…ฯƒฯ„ฮฎฮผฮฑฯ„ฮฟฯ‚ ฮšฮฑฯ„ฮฑฮณฯฮฑฯ†ฮฎฯ‚ ฮคฯฮฟฯ‡ฮนฮฌฯ‚ ฮผฮต ฮงฯฮฎฯƒฮท ฯ„ฮทฯ‚ ฮ ฮปฮฑฯ„ฯ†ฯŒฯฮผฮฑฯ‚ ฮ‘ฮฝฮฟฮนฮบฯ„ฮฟฯ ฮšฯŽฮดฮนฮบฮฑ Arduino   ฮ”ฮนฯ€ฮปฯ‰ฮผฮฑฯ„ฮนฮบฮฎ ฮตฯฮณฮฑฯƒฮฏฮฑ, ฮฃฯ‡ฮฟฮปฮฎ ฮ‘ฮณฯฮฟฮฝฯŒฮผฯ‰ฮฝ & ฮคฮฟฯ€ฮฟฮณฯฮฌฯ†ฯ‰ฮฝ ฮœฮทฯ‡ฮฑฮฝฮนฮบฯŽฮฝ, ฮ•ฮธฮฝฮนฮบฯŒ ฮœฮตฯ„ฯƒฯŒฮฒฮนฮฟ ฮ ฮฟฮปฯ…ฯ„ฮตฯ‡ฮฝฮตฮฏฮฟ [Theses & Dissertations Supervised or co-Supervised]  
Abstract:
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ - Αντικείμενο της παρούσας διπλωματικής εργασίας είναι η δημιουργία ενός ψηφιακού συστήματος καταγραφής τροχιάς με τη χρήση της ηλεκτρονικής πλατφόρμας ανοιχτού κώδικα Arduino. Για την ανάπτυξη ενός τέτοιου συστήματος καταγραφής τροχιάς είναι απαραίτητη η γνώση της προγραμματιστικής γλώσσας του Arduino, η οποία βασίζεται στην C++, καθώς και η λειτουργία των μικροσυσκευών που χρησιμοποιήθηκαν. Παρόμοια εργαλεία χρησιμοποιούνται ευρέως σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά η μείωση του κόστους, καθώς και άμεση επέμβαση του χρήστη στο προγραμματιστικό περιβάλλον, καθιστούν την πλατφόρμα Arduino ενδιαφέρουσα.
ฮ“ ฮšฮ‘ฮคฮฃฮ™ฮ“ฮ™ฮ‘ฮฮฮ— (2011)  ฮ‘ฮฝฮฌฮปฯ…ฯƒฮท ฮ•ฯ€ฮนฮดฯŒฯƒฮตฯ‰ฮฝ ฯ„ฯ‰ฮฝ ฮ•ฯ€ฮตฯฯ‡ฯŒฮผฮตฮฝฯ‰ฮฝ ฮฃฯ…ฯƒฯ„ฮทฮผฮฌฯ„ฯ‰ฮฝ GNSS ฮณฮนฮฑ ฮšฮนฮฝฮทฮผฮฑฯ„ฮนฮบฮญฯ‚ ฮ•ฯ†ฮฑฯฮผฮฟฮณฮญฯ‚ ฮ•ฮฝฯ„ฮฟฯ€ฮนฯƒฮผฮฟฯ ฯƒฯ„ฮฟฮฝ ฮ•ฮปฮปฮทฮฝฮนฮบฯŒ ฮงฯŽฯฮฟ (Diploma Thesis in Greek; Performance Analysis of the future GNSS systems for kinematic tracking applications in the Greek Area)   ฮ”ฮนฯ€ฮปฯ‰ฮผฮฑฯ„ฮนฮบฮฎ ฮตฯฮณฮฑฯƒฮฏฮฑ, ฮฃฯ‡ฮฟฮปฮฎ ฮ‘ฮณฯฮฟฮฝฯŒฮผฯ‰ฮฝ & ฮคฮฟฯ€ฮฟฮณฯฮฌฯ†ฯ‰ฮฝ ฮœฮทฯ‡ฮฑฮฝฮนฮบฯŽฮฝ, ฮ•ฮธฮฝฮนฮบฯŒ ฮœฮตฯ„ฯƒฯŒฮฒฮนฮฟ ฮ ฮฟฮปฯ…ฯ„ฮตฯ‡ฮฝฮตฮฏฮฟ, ฮœฮฌฯฯ„ฮนฮฟฯ‚ [Theses & Dissertations Supervised or co-Supervised]  
Abstract: The purpose of this thesis is the study and comparison of present and future Global Navigation Satellite Systems (GNSS). More specifically, the study is focused on the GPS (Global Navigation Satellite System), Galileo and EGNOS (European Geostationary Navigation Overlay System) systems which are compared in their performances in regard to the conditions of satellite visibility, the dilution of precision (DOP), the level of Navigation System Precision (NSP) and system integrity. For this purpose mainly mobile tracks were studied, using different means of transportation over the territory of Greece. The paper is separated in two parts. The first one (dealing with a thorough bibliographical research) describes in detail the use of global navigation satellite systems, augmentation systems and gives a short account of the Hellenic Positioning System (HEPOS). Useful terms such as Dilution of Precision (DOP), Navigation System Precision (NSP) are also described extensively. In the second part, various scenarios and respective simulations are presented with the use of Galileo System Simulation Facility (GSSF) program which is a product of the European Space Agency (ESA).
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ - Ο σκοπός της παρούσας διπλωματικής εργασίας είναι η μελέτη και η σύγκριση των παρόντων και των μελλοντικών δορυφορικών συστημάτων πλοήγησης και εντοπισμού θέσης (GNSS: Global Navigation Satellite Systems). Συγκεκριμένα η μελέτη εστιάζει στα συστήματα GPS (Global Navigation Satellite System), Galileo και EGNOS (European Geostationary Navigation Overlay System), τα οποία συγκρίνονται ως προς την απόδοσή τους αναφορικά με τις συνθήκες ορατότητας των δορυφόρων, τη γεωμετρική ακρίβεια, τα επίπεδα πλοήγησης και ακεραιότητας για το εκάστοτε σύστημα ή το συνδυασμό τους. Για το σκοπό αυτό μελετήθηκαν κυρίως κινηματικές πραγματικές πορείες με διάφορα μέσα μεταφοράς στον Ελλαδικό χώρο. Η εργασία χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο, το βιβλιογραφικό όπου γίνεται μία λεπτομερής περιγραφή των δορυφορικών συστημάτων πλοήγησης και προσδιορισμού θέσης, των συστημάτων επαύξησης και γίνεται μία αναφορά του Ελληνικού Συστήματος Προσδιορισμού (HEPOS: Hellenic Positioning System). Επίσης, περιγράφονται οι αναλυτικές έννοιες που εξετάζονται: ο δείκτης γεωμετρίας DOP (Dilution of Precision), η ακρίβεια NSP (Navigation System Precision) και οι εξισώσεις από τις οποίες προκύπτουν. Στο δεύτερο μέρος, το ερευνητικό όπου παρουσιάζονται αναλυτικά τα σενάρια και οι προσομοιώσεις οι οποίες έγιναν στη παρούσα εργασία με το λογισμικό πακέτο Galileo System Simulation Facility (GSSF) που διατίθεται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Διαστήματος (ESA: European Space Agency).
2010
ฮ“ ฮง ฮšฮฑฯฮฟฯฯƒฮฟฯ‚ (2010)  ฮฃฯฮณฮบฯฮนฯƒฮท ฮœฮตฮธฯŒฮดฯ‰ฮฝ ฮŸฯฮนฮฟฮธฮญฯ„ฮทฯƒฮทฯ‚ ฮ‘ฮนฮณฮนฮฑฮปฮฟฯ (Diploma Thesis in Greek; A comparison of methods for the delineation of the Greek coastal zone)   ฮ”ฮนฯ€ฮปฯ‰ฮผฮฑฯ„ฮนฮบฮฎ ฮตฯฮณฮฑฯƒฮฏฮฑ, ฮฃฯ‡ฮฟฮปฮฎ ฮ‘ฮณฯฮฟฮฝฯŒฮผฯ‰ฮฝ & ฮคฮฟฯ€ฮฟฮณฯฮฌฯ†ฯ‰ฮฝ ฮœฮทฯ‡ฮฑฮฝฮนฮบฯŽฮฝ, ฮ•ฮธฮฝฮนฮบฯŒ ฮœฮตฯ„ฯƒฯŒฮฒฮนฮฟ ฮ ฮฟฮปฯ…ฯ„ฮตฯ‡ฮฝฮตฮฏฮฟ [Theses & Dissertations Supervised or co-Supervised]  
Abstract: The delineation of the Greek coastal zone is necessary for the integrated development of the coastal areas and for the completion of the Hellenic Cadastre. Ktimatologio SA (which is the management service of Hellenic Cadastre) completed the work of delineating the Preliminary Coastal Zone throught photointerpretation methods and techniques. This Thesis Aimes to compare the institutional method to delineating the coastal zone on the spot survey, with the Ktimatologio SA method of delineating the Preliminary Coastal Zone with photointerpretation methods and techniques. To compare the two borderlines 22 coastal areas were selected based on benchmarks, for the objective determination of results. Three comparison methods were applied: the first method compares the surfaces between the two borderlines, the second method compares the vertical distances between the two borderlines and the third method compares the vertical distances between the two borderlines based on the data selection of Preliminary Coastal Zone. The results of the comparison methods give a first impression of whether this data can be used, at a later stage, by the Services and Committees of the Ministry of Economy and Finance for speeding up the official coastal zones delineation proccess.
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ - Η οριοθέτηση της ελληνικής παράκτιας ζώνης είναι αναγκαία και σημαντική για την ολοκληρωμένη ανάπτυξη των παράκτιων περιοχών και μέσα στα πλαίσια ολοκλήρωσης του έργου του Εθνικού Κτηματολογίου γίνεται επιτακτική η ανάγκη καθορισμού των ορίων του προς τη θάλασσα, που είναι η οριογραμμή του αιγιαλού. Για τον λόγο αυτό η Κτηματολόγιο Α.Ε. ολοκλήρωσε το έργο καθορισμού της Προκαταρκτικής Οριογραμμής του Αιγιαλού (ΠΟΑ) με φωτοερμηνευτικές μεθόδους και τεχνικές. Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι η σύγκριση της υφιστάμενης μεθόδου καθορισμού των ορίων του αιγιαλού με επιτόπια αυτοψία, με την μέθοδο καθορισμού της ΠΟΑ από την Κτηματολόγιο Α.Ε. με φωτοερμηνευτικές μεθόδους και τεχνικές. Για την σύγκριση των δύο οριογραμμών επιλέχθηκαν 22 παράκτιες περιοχές βάση κριτηρίων, έτσι ώστε το δείγμα να είναι αντιπροσωπευτικό του ελληνικού παράκτιου χώρου και ο προσδιορισμός των αποτελεσμάτων να είναι όσο το δυνατόν πιο αντικειμενικός. Προτείνονται τρεις μέθοδοι σύγκρισης, στην πρώτη μέθοδο συγκρίνονται οι επιφάνειες που σχηματίζονται μεταξύ των δύο οριογραμμών, στη δεύτερη μέθοδο συγκρίνονται οι κάθετες αποστάσεις που περιέχονται μεταξύ των δύο οριογραμμών και στην τρίτη μέθοδο συγκρίνονται οι κάθετες αποστάσεις πού περιέχονται μεταξύ των κριτηρίων χάραξης της ΠΟΑ και της καθορισμένης οριογραμμής του αιγιαλού. Τα αποτελέσματα που προκύπτουν δίνουν μια πρώτη εικόνα, εάν μπορεί η ΠΟΑ να χρησιμοποιηθεί σε μεταγενέστερο στάδιο από τις αρμόδιες Υπηρεσίες και Επιτροπές του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών για την επίσπευση των διαδικασιών καθορισμού και θεσμοθέτησης του αιγιαλού, του παλαιού αιγιαλού, της παραλίας, της όχθης και της παρόχθιας ζώνης.
ฮ“ ฮš ฮฆฮนฮปฮนฯŒฯ€ฮฟฯ…ฮปฮฟฯ‚ (2010)  ฮฃฮงฮ•ฮ”ฮ™ฮ‘ฮฃฮœฮŸฮฃ, ฮ™ฮ”ฮกฮฅฮฃฮ— ฮšฮ‘ฮ™ ฮœฮ•ฮคฮกฮ—ฮฃฮ— ฮ ฮ•ฮ”ฮ™ฮŸฮฅ ฮ•ฮ›ฮ•ฮ“ฮงฮŸฮฅ ฮ“ฮ™ฮ‘ ฮคฮ— ฮ’ฮ‘ฮ˜ฮœฮŸฮฮŸฮœฮ—ฮฃฮ— ฮœฮ—ฮงฮ‘ฮฮฉฮ ฮ‘ฮ•ฮกฮŸฮฆฮฉฮคฮŸฮ“ฮกฮ‘ฮฆฮ—ฮฃฮ—ฮฃ (Diploma Thesis in Greek; Planning, establishment and measurement a test field for the calibration of photogrammetric airborne imaging systems)   ฮ”ฮนฯ€ฮปฯ‰ฮผฮฑฯ„ฮนฮบฮฎ ฮตฯฮณฮฑฯƒฮฏฮฑ, ฮฃฯ‡ฮฟฮปฮฎ ฮ‘ฮณฯฮฟฮฝฯŒฮผฯ‰ฮฝ & ฮคฮฟฯ€ฮฟฮณฯฮฌฯ†ฯ‰ฮฝ ฮœฮทฯ‡ฮฑฮฝฮนฮบฯŽฮฝ, ฮ•ฮธฮฝฮนฮบฯŒ ฮœฮตฯ„ฯƒฯŒฮฒฮนฮฟ ฮ ฮฟฮปฯ…ฯ„ฮตฯ‡ฮฝฮตฮฏฮฟ [Theses & Dissertations Supervised or co-Supervised]  
Abstract: Η φωτογραμμετρία με χρήση αερομηχανών αποτελεί μια θεμελιώδη τεχνική για την παραγωγή αξιόπιστης, γεωμετρικά ακριβούς και υψηλής ευκρίνειας, πληροφορίας. Η βέλτιστη χρήση αυτής της τεχνολογίας και ειδικότερα σήμερα της ψηφιακής απεικόνισης, επιτρέπει τη γρήγορη συλλογή στοιχείων, την υψηλή ακρίβεια, το υψηλό επίπεδο αυτοματοποίησης και μια τεράστια αύξηση στις διάφορες επιστημονικές εφαρμογές. Η αξιοπιστία όμως, η ακρίβεια και η αποδοτικότητα της εναέριας φωτογραμμετρίας βασίζονται, αρχικά στη βαθμονόμηση των υψηλής ποιότητας δεκτών και έπειτα στην αυστηρή επεξεργασία των δεδομένων. Ενώ λοιπόν οι αναλογικές αεροφωτογραφικές μηχανές σχεδόν πάντα βαθμονομούνται στο εργαστήριο, οι διαδικασίες βαθμονόμησης των ψηφιακών συστημάτων βρίσκονται ακόμα υπό ανάπτυξη. Οι προκλήσεις που υπεισέρχονται στην ανάπτυξή τους, αφορούν την εκτενή ποικιλία και ιδιομορφία των ψηφιακών μηχανών και την ανάγκη για τη ραδιομετρική βαθμονόμησή τους, πέρα από την ακριβή γεωμετρική βαθμονόμηση όλου του συστήματος. Οι τελευταίες ωστόσο τεχνολογικές καινοτομίες, όπως η άμεση γεωαναφορά με χρήση συστημάτων GPS/INS, αλλά και η ανεπάρκεια των εργαστηριακών μεθόδων να συμπεριλάβουν τις πραγματικές επιχειρησιακές συνθήκες (airborne conditions), κάνουν τη βαθμονόμηση με χρήση πεδίου ελέγχου (Test field calibration) μια εναλλακτική, αλλά και απαραίτητη προσέγγιση για τον καθορισμό των παραμέτρων του εσωτερικού προσανατολισμού των μηχανών λήψης. Η υπόθεση που μελετήθηκε στην εργασία αυτή, αφορούσε καταρχάς την αναγκαιότητα και τη δυνατότητα κατασκευής ενός πεδίου ελέγχου, καθώς και τις προδιαγραφές του. Συγκεκριμένα, έγινε έρευνα στην υπάρχουσα βιβλιογραφία όσον αφορά την έκταση και γεωμετρία ενός πεδίου, το τρόπο υλοποίησής του και τη μέθοδο μέτρησης και προσδιορισμού του. Στη συνέχεια, η μεθοδολογία για τη βαθμονόμηση των αναλογικών και ψηφιακών μηχανών, χρησιμοποιώντας ένα τέτοιο πεδίο ελέγχου, αλλά και η σύγκριση των αποτελεσμάτων αυτών με τη βαθμονόμηση εργαστηρίου (από την οποία υπάρχει ήδη πρόσφατο πιστοποιητικό), αποτέλεσαν αντικείμενο παράλληλων διπλωματικών εργασιών των Ξυνογαλά Ε. και Παπαδόπουλου Ν. (2010). Τα δεδομένα που χρησιμοποιήθηκαν, προέρχονταν από λήψη με την αναλογική φωτογραφική μηχανή RMK TOP 15 της Zeiss και την ψηφιακή DMC της Zeiss/Intergraph. Το πεδίο ελέγχου του Εργαστηρίου Φωτογραμμετρίας της ΣΑΤΜ του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου, που δημιουργήθηκε σε συνεργασία με την εταιρεία Geomatics A.E., στο Λαύριο Αττικής, απέδειξε τελικά ότι ένα μόνιμο πεδίο όπως αυτό, είναι εφικτό να κατασκευαστεί και μπορεί να αποτελέσει ένα αποδοτικό, ιδιαίτερα αυτοματοποιημένο και αξιόπιστο εργαλείο για τη βαθμονόμηση των συστημάτων αεροφωτογράφισης στην Ελλάδα. Αξίζει τέλος να αναφερθεί, ότι η ίδρυση του πεδίου αυτού αποτελεί την πρώτη ουσιαστική προσπάθεια στη χώρα και είναι αναγκαίο να σηματοδοτήσει την αρχή, ώστε η ελληνική επιστημονική κοινότητα, αλλά και οι ιδιωτικοί φορείς που δραστηριοποιούνται στο πεδίο της φωτογραμμετρίας, να κατανοήσουν τα οφέλη της ύπαρξης ενός τέτοιου έργου και έτσι να στηρίξουν, να συντηρήσουν, να ενισχύσουν και να αναπτύξουν περαιτέρω το όλο αυτό εγχείρημα.
Notes: Airborne photogrammetry constitutes a fundamental technique for the production of reliable, geometrically accurate and high-resolution information. The most optimal use of this technology, and more specifically in our days of digital imaging, allows for fast data collection, high accuracy, high level of automation, and has caused huge increase in various scientific applications. But the reliability, the accuracy and the efficiency of airborne photogrammetry are based, initially on the calibration of high quality sensors and then on the rigorous processing of data. While the analog airborne cameras are almost always calibrated in the laboratory, the calibration processes of the digital photogrammetric airborne imaging systems are under development. The challenges caused by their growth, pertain to the extensive variety and peculiarity of digital machines and to the need for their radiometric calibration, not mentioning the precise geometric calibration of the whole system. However, the last technological innovations, such as direct georeferencing with the use of GPS/INS systems, and also the insufficiency of laboratory methods to the real operational conditions (i.e. airborne conditions) into account, make the test field (Test field calibration) an alternative, but also an essential approach for the determination of the parameters of the interior orientation of the cameras. The main aim of the present thesis was to study the necessity and the feasibility of the construction of a test field, as well as its detailed specifications. Consequently, the existing literature was examined, with the extent and the geometry of the test fields in mind, its establishment and the measurement method for the determination of the co-ordinates of the points. Then, a methodology for the calibration of the analogue and digital cameras using such a test field was developed, and, in addition, the comparison of the results with the laboratory calibration (available through a recent calibration certificate), via two parallel diploma theses (Xynogalas, 2010; Papadopoulos, 2010). The image data used, were acquired by the analogue RMK TOP 15 of Zeiss and the digital DMC of Zeiss/Intergraph cameras. The test field of the Laboratory of Photogrammetry of the School of Rural and Surveying Engineering of NTUA (National Technical University of Athens), was constructed in collaboration with the company Geomatics A.E., in Lavrion area of Attica, and proved that a permanent field as this is feasible, and can constitute an efficient, particularly automated and reliable tool for the calibration of airborne systems in Greece. Finally it is worth mentioning that the establishment of this test field constitutes the first essential effort in our country and we hope it signals the beginning, for the Greek scientific community, but also the private institutions active in the field of photogrammetry, to comprehend the benefits of the existence of such a work and thus they should contribute to its maintainance, support and further development of all this effort. Link: http://www.mediafire.com/?ndvjivb6mzbxczc http://www.humyo.com/FLZmCrQ/MyStudents_Theses%20%26%20Dissertations/DIPLOMATIKH_Filiopoulos.pdf?a=Y5QyhnonCYY
2009
ฮ“ ฮฃฮตฮฏฮดฮฟฯ‚ (2009)  ฮ‘ฯ€ฯŒ ฯ„ฮฟ GPS ฯƒฯ„ฮฟ GALILEO: ฮœฮนฮฑ ฮฃฯ…ฮณฮบฯฮนฯ„ฮนฮบฮฎ ฮ‘ฮฝฮฌฮปฯ…ฯƒฮท ฯ„ฮทฯ‚ ฮ“ฮตฯ‰ฮผฮตฯ„ฯฮนฮบฮฎฯ‚ ฮ‘ฯ€ฯŒฮดฮฟฯƒฮทฯ‚ ฯ„ฯ‰ฮฝ ฮดฯฮฟ ฮฃฯ…ฯƒฯ„ฮทฮผฮฌฯ„ฯ‰ฮฝ ฮ”ฮฟฯฯ…ฯ†ฮฟฯฮนฮบฮฟฯ ฮ•ฮฝฯ„ฮฟฯ€ฮนฯƒฮผฮฟฯ ฯƒฯ„ฮฟฮฝ ฮ•ฮปฮปฮฑฮดฮนฮบฯŒ ฮงฯŽฯฮฟ (Diploma Thesis in Greek; From GPS to GALILEO. A comparative analysis of geometrical accuracy of the two positioning satellite systems over the territory of Greece)   ฮ”ฮนฯ€ฮปฯ‰ฮผฮฑฯ„ฮนฮบฮฎ ฮตฯฮณฮฑฯƒฮฏฮฑ, ฮฃฯ‡ฮฟฮปฮฎ ฮ‘ฮณฯฮฟฮฝฯŒฮผฯ‰ฮฝ & ฮคฮฟฯ€ฮฟฮณฯฮฌฯ†ฯ‰ฮฝ ฮœฮทฯ‡ฮฑฮฝฮนฮบฯŽฮฝ, ฮ•ฮธฮฝฮนฮบฯŒ ฮœฮตฯ„ฯƒฯŒฮฒฮนฮฟ ฮ ฮฟฮปฯ…ฯ„ฮตฯ‡ฮฝฮตฮฏฮฟ [Theses & Dissertations Supervised or co-Supervised]  
Abstract: The purpose of this work is a comparative study of the forthcoming European satellite system GALILEO and the existing American satellite system GPS. Specifically, the two systems are compared in terms of their geometrical accuracy using geometric quality indicators – the so called Dilution of Precision factors, DOP over the territory of Greece. Similar investigations have been performed in the past which have shown such comparisons of the levels of geometric accuracy of the two systems from the worldwide point of view. As already mentioned the GALILEO satellite system is still in its development phase. Therefore, in order to simulate its various operation aspects, it was necessary to model the satellite orbits of the system using the designing parameters that have been prescribed by the European Space Agency. For that purpose, we used the modeling software package Satellite Tool Kit (STK). At the same time, using the STK models we also made similar simulation for the existing system GPS and also examined the combination of the two systems.Specifically, we created three scenarios. The first scenario involved using only the satellites of GALILEO. The second scenario involved only the satellite of GPS. The third scenario represented simultaneous operation and use of GPS and GALILEO. The STK software provided the ability to export various numerical results in the form of geometric indicators for the whole area of Greece. Of the various geometric indicators we focused especially on the PDOP factors. In order to draw conclusions on the PDOP factors from the three scenarios, we used the software MATLAB. We also used the ArcGIS software to create a number of thematic maps which illustrate the spatial variation of the PDOP factors throughout Greece. These maps reflect the change in PDOP throughout the Greek territory at that a given times 30 minutes apart. MIRROR LINK to obtain a copy: http://download577.mediafire.com/xzyyddrvg1fg/y5mg5cnmztj/seidosg_galileo.pdf
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ - Αντικείμενο της παρούσας εργασίας είναι η συγκριτική μελέτη του υπό κατασκευή ευρωπαϊκού δορυφορικού συστήματος GALILEO και του ήδη υπάρχοντος αμερικάνικου δορυφορικού συστήματος GPS. Συγκεκριμένα, τα δύο συστήματα συγκρίνονται ως προς την γεωμετρική τους ακρίβεια με χρήση δεικτών γεωμετρικής ισχύος – DOP στον ελλαδικό χώρο. Παρόμοιες έρευνες έχουν πραγματοποιηθεί διεθνώς, εξάγοντας αποτελέσματα για τα επίπεδα γεωμετρικής ακρίβειας των δύο συστημάτων σε παγκόσμιο επίπεδο. Όπως ήδη αναφέρθηκε το δορυφορικό σύστημα GALILEO βρίσκεται ακόμα στη φάση κατασκευής του. Ως εκ τούτου, προκειμένου να προσομοιωθεί η λειτουργία του ήταν απαραίτητη η μοντελοποίηση των δορυφορικών τροχιών του εν λόγω συστήματος βάσει των προδιαγραφών που έχουν ανακοινωθεί από τις αρμόδιες ευρωπαϊκές υπηρεσίες διαστήματος. Για την διεξαγωγή της εν λόγω μοντελοποίησης του συστήματος χρησιμοποιήθηκε το λογισμικό πακέτο Satellite Tool Kit (STK). Ταυτόχρονα, με τη χρήση του STK μοντελοποιήσαμε και το υπάρχον σύστημα GPS.Συγκεκριμένα, δημιουργήθηκαν τρία σενάρια. Το πρώτο σενάριο περιλάμβανε χρήση μόνο των δορυφόρων του GALILEO. Το δεύτερο αφορούσε μόνο το μοντέλο των δορυφόρων του GPS. Το τρίτο αντιστοιχούσε σε ταυτόχρονη λειτουργία και χρήση των συστημάτων GPS και GALILEO.Το λογισμικό STK παρείχε την δυνατότητα να εξάγουμε τιμές σε μορφή δεικτών γεωμετρικής ισχύος DOP για όλη την έκταση του ελλαδικού χώρου. Από τις τιμές των δεικτών που το λογισμικό εξάγει, χρησιμοποιήθηκαν για την στατιστική επεξεργασία, κυρίως αυτές του δείκτη γεωμετρικής ισχύος PDOP. Για να εξάγουμε συμπεράσματα πάνω στο δείκτη PDOP των τριών σεναρίων, χρησιμοποιήσαμε το λογισμικό MATLAB. Στην συνέχεια χρησιμοποιήσαμε το λογισμικό ArcGIS για να απεικονίσουμε τη χωρική μεταβολή του δείκτη PDOP. Έτσι δημιουργήθηκαν διάφοροι θεματικοί χάρτες, με βάση τον δείκτη PDOP. Οι χάρτες αυτοί απεικονίζουν τη μεταβολή του PDOP για όλο τον ελλαδικό χώρο σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Οι χρονικές στιγμές που επιλέχθηκαν, απέχουν μεταξύ τους 30’.
2008
M ฮ”ฯฯŒฯƒฮฟฯ‚ (2008)  ฮฃฯฮณฮบฯฮนฯƒฮท ฮ›ฮฟฮณฮนฯƒฮผฮนฮบฯŽฮฝ WEB GIS [english title: Drosos, M. (2008) - Comparison of WEB GIS software suites]   ฮœฮตฯ„ฮฑฯ€ฯ„ฯ…ฯ‡ฮนฮฑฮบฮฎ ฮ•ฯฮณฮฑฯƒฮฏฮฑ ฯƒฯ„ฮฑ ฯ€ฮปฮฑฮฏฯƒฮนฮฑ ฯ„ฮฟฯ… ฮ”.ฮ .ฮœ.ฮฃ. โ€œฮ“ฮตฯ‰ฯ€ฮปฮทฯฮฟฯ†ฮฟฯฮนฮบฮฎโ€, ฮฃฯ‡ฮฟฮปฮฎ ฮ‘ฮณฯฮฟฮฝฯŒฮผฯ‰ฮฝ & ฮคฮฟฯ€ฮฟฮณฯฮฌฯ†ฯ‰ฮฝ ฮœฮทฯ‡ฮฑฮฝฮนฮบฯŽฮฝ, ฮ•ฮธฮฝฮนฮบฯŒ ฮœฮตฯ„ฯƒฯŒฮฒฮนฮฟ ฮ ฮฟฮปฯ…ฯ„ฮตฯ‡ฮฝฮตฮฏฮฟ, 173 ฯƒฮตฮป. [Graduate Thesis, Inter-departmental graduate programme in Geoinformatics, National Technical University of Athens] [Theses & Dissertations Supervised or co-Supervised]  
Abstract: The main subject of this thesis is the analysis and study of Geographic Information System services via the web, known as Web GIS services. The analysis has been carried out through a process of comparison between three software products of Geographic Information Systems. Those products are the most powerful products for the production of GIS applications and they respectively represent three of the most powerful companies which are activated in the software market. The products that are compared are ArcGIS Server of ESRI company, Geomedia WebMap Professional of Intergraph company and MapGuide Open Source of Autodesk company. The process of comparison has been based on bibliographic reports, internet sources but also from personal experience via the use of those softwares. The comparison results and all the bibliographic research led to very useful conclusions with regard to the development, the existing situation and the future of Web GIS, results that are greatly analyzed in the present thesis.
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ Στόχο της παρούσας εργασίας αποτελεί η ανάλυση και μελέτη των υπηρεσιών Γεωγραφικών Συστημάτων Πληροφοριών μέσω διαδικτύου μέσα από μία διαδικασία σύγκρισης ανάμεσα σε τρία λογισμικά παραγωγής Γεωγραφικών Συστημάτων Πληροφοριών. Πρόκειται για τα ισχυρότερα εργαλεία παραγωγής εφαρμογών ΓΣΠ που δραστηριοποιούνται στην αγορά και αντιπροσωπεύουν τρεις μεγάλες εταιρείες που διαδραματίζουν ουσιαστικό ρόλο στην εξέλιξη και ανάπτυξη συστημάτων διαχείρισης χωρικής πληροφορίας. Τα λογισμικά που συγκρίνονται είναι τα ArcGIS Server της εταιρείας ESRI, Geomedia WebMap Professional της εταιρείας Intergraph και MapGuide Open Source της εταιρείας Autodesk. Η διαδικασία σύγκρισης έχει βασιστεί σε βιβλιογραφικές αναφορές, πηγές από το διαδίκτυο αλλά και από προσωπική εμπειρία χρήσης των παραπάνω λογισμικών. Τα αποτελέσματα της σύγκρισης αλλά και όλη η βιβλιογραφική έρευνα οδήγησαν σε πολύ χρήσιμα συμπεράσματα σχετικά με την εξέλιξη, την υφιστάμενη κατάσταση και το μέλλον των Web GIS και τα οποία αναλύονται διεξοδικά στην παρούσα εργασία.
ฮœ ฮ”ฮทฮผฮฟฯ€ฮฟฯฮปฮฟฯ… (2008)  ฮฃฯ…ฮณฮบฯฮนฯ„ฮนฮบฮฎ ฮผฮตฮปฮญฯ„ฮท Online ฮฅฯ€ฮทฯฮตฯƒฮนฯŽฮฝ ฮผฮตฯ„ฮตฯ€ฮตฮพฮตฯฮณฮฑฯƒฮฏฮฑฯ‚ ฮดฮตฮดฮฟฮผฮญฮฝฯ‰ฮฝ GPS [ english title: Dimopoulou, M. (2008) - โ€œA Comparative study of various online services for the post-processing of GPS dataโ€]   ฮ”ฮนฯ€ฮปฯ‰ฮผฮฑฯ„ฮนฮบฮฎ ฮตฯฮณฮฑฯƒฮฏฮฑ, ฮฃฯ‡ฮฟฮปฮฎ ฮ‘ฮณฯฮฟฮฝฯŒฮผฯ‰ฮฝ & ฮคฮฟฯ€ฮฟฮณฯฮฌฯ†ฯ‰ฮฝ ฮœฮทฯ‡ฮฑฮฝฮนฮบฯŽฮฝ, ฮ•ฮธฮฝฮนฮบฯŒ ฮœฮตฯ„ฯƒฯŒฮฒฮนฮฟ ฮ ฮฟฮปฯ…ฯ„ฮตฯ‡ฮฝฮตฮฏฮฟ [Theses & Dissertations Supervised or co-Supervised]  
Abstract: GPS is a Global Positioning System developed by the United States Department of Defense. It is used in numerous applications, such as global navigation, mapping, surveying and other scientific projects, seismology, synchronization of communications etc. Its principle of operation is similar with that of “geodetic resection” and the determination of position is achieved by processing measurements of distances from the users station to 4 or more satellites with known positions. The GPS consists of 3 major segments, the space segment, which comprises the orbiting satellites, the control segment and the user segment. Each GPS satellite broadcasts a radio signal in the region of microwaves constituted from frequencies, shaped from digital codes, and a navigation message, which is transmitted at least two distinct codes, the C/A code which is available to the public and the P code that is encrypted (anti-spoofing operation), and it can only be decrypted by the American Army and other specialized users. There are totally five frequencies in use (L1-L5) and the reason is that they can be used to correct the ionospheric delay. For the position calculations GPS measurements of code or phase are used depending on the user accuracy requirements and the available receiver equipment used. For the elimination of the errors in the GPS measurements linear combinations of observations are used, such as simple differences between satellites, simple differences between receivers, double differences, triple differences and the ionospheric-free linear combination (for meas. in L1 & L2 freq.) The errors are separated in three categories: those caused by satellites, those caused by receivers and those caused by the distribution of signal. A position can be determined using absolute or relative positioning. The second can be performed either in real-time or by post-processing. The techniques that can be applied in the field are variations of the so-called static, fast-static, stop-and-go kinematic, and the kinematic techniques and as of lately using virtual reference stations. In step with the ongoing developments of GPS various organizations, e.g. mapping agencies, provide nowadays advanced GPS products and data. One of these is the IGS, which assembles and analyzes data collected from a extensive worldwide network of permanent stations tracking continuously the GPS and GLONASS satellites. Their processing of the collected data results in various products, that are available to the users free of charge. These products are the orbital ephemerides and the satellite and station clocks, the parameters of earth rotation, the stations coordinates and velocities and, finally, the atmospheric parameters. In Greece has been designed and is already operating the so called Hellenic Positioning Service or HEPOS, which is based on a network of permanent stations located throughout the country and are tracking continuously the GPS satellites. Based on the processing of these measurements, HEPOS can provide various services for applications of differential GPS and geodetic relative positioning in real-time or for post-processing. In step with the development of technology and GPS, various on-line services have been established worldwide, which process GPS measurements and send the results to the interested users via internet. The general operating concept in such services has 3 major steps: the data uploading, the data processing and the forwarding of the results to the user. OPUS (Online Positioning User Service) is one of these services that is provided by the US National Geodetic Service. The submitted data must have a duration between 2 and 24 hours and must contain observations in both L1 & L2 frequencies. The results are expressed in Cartesian coordinates in both systems, ITRF00 and NAD83. The software it uses for the processing is called PAGES. The precision of results is expressed through the peak-to-peak errors, that follow the coordinates. Improvement of precision is achieved through the usage of datasets with greater duration or using final IGS products. OPUS-RS is provided by the same organization and is nearly identical to the previous one, with regard to the way the user interacts with the service. Fundamental point of difference is the duration of observations that can be processed, which can be between 15 min and 4 hours for RS. That service provides the capability of relative processing too, using 9 reference stations. The basic software used for this type of processing is RSGPS. The data must contain observations in L1, L2, P1 & P2. One similar service is SCOUT (Scripps Coordinate Update Tool), which is offered by the Scripps Orbit and Permanent Array Center (SOPAC) located at the Institute of Geophysics and Planetary Physics (IGPP) on the Scripps Institute of Oceanography (SIO) campus of the University of California at San Diego. One particular characteristic of this service is that it accepts data only from specific models of GPS receivers, due to the requirements imposed by the GAMIT software that is used for the processing. As reference stations it uses the 3 nearest to the user available stations. The results are expressed in Cartesian coordinates in the ITRF05 system and they are sent to the user via e-mail. The observations must have a duration longer than1 hour. The AUSLIG Online GPS Processing Service or AUSPOS is provided by the Australian Surveying and Land Information Group (AUSLIG) in Camberra and processes files with phase and code observations in both L1 & L2 frequencies and with a duration greater than 2 hours. The MicroCosm software is used for the processing. The results are calculated using the technique of Double Differences, using observations from 3 reference stations. They are expressed in ITRF and GDA94 systems. Finally, there is the Precise Point Positioning or PPP service offered by the Geodetic Survey Division of the Department of Natural Resources Canada (NRCan), which differs considerably from the others in so far as that provides estimated coordinates using absolute positioning. The data can be collected from kinematic or static mode and the results are expressed in the ITRF05 and NAD83(CSRS) systems. The maximum duration for observations is 6 hours, with no minimum duration specified as requirement. The user-supplied file must contain GPS observations in both L1 & L2 frequencies. For the experimental comparison of these services we used data collected from actual stations, suitably pre-processed so that to conform with the data form and file requirements imposed by these services, and finally submitted the same data to all services. From the results it is obviously that the accuracy which can achieved by the software used by each of these services is very satisfactory, while no important discrepancies were noted in the results obtained from the same data. That leads us to the conclusion that the know-how and the technology, which are available at this time, can satisfy even the most demanding users of the GPS system.
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ Το GPS είναι ένα Παγκόσμιο Σύστημα Εντοπισμού Θέσης που δημιουργήθηκε από το Υπ. Άμυνας των Η.Π.Α. Βρίσκει πολλές εφαρμογές, όπως η παγκόσμια πλοήγηση, χαρτογραφικές, τοπογραφικές και άλλες επιστημονικές εργασίες, μελέτη σεισμών, συγχρονισμός τηλεπικοινωνιακών δικτύων κ.α. Η αρχή λειτουργίας του είναι παρόμοια με αυτή της κλασικής «γεωδαιτικής οπισθοτομίας», και ο προσδιορισμός θέσης επιτυγχάνεται με επεξεργασία μετρήσεων αποστάσεων από τον δέκτη προς 4 ή περισσότερους δορυφόρους που βρίσκονται σε γνωστές θέσεις. Το GPS διακρίνεται σε τρία λειτουργικά μέρη, το διαστημικό, που περιλαμβάνει τους 32 ενεργούς δορυφόρους, το επίγειο, που αφορά τους σταθμούς ελέγχου, και το τμήμα των χρηστών. Κάθε δορυφόρος εκπέμπει ένα ραδιοσήμα στην περιοχή των μικροκυμάτων αποτελούμενο από φέρουσες συχνότητες διαμορφωμένες από ψηφιακούς κώδικες και ένα μήνυμα πλοήγησης, το οποίο εκπέμπεται κατ’ ελάχιστο σε δύο διακριτούς κώδικες, τον C/A, που είναι ελεύθερα διαθέσιμο στο κοινό, και τον Ρ, που είναι κρυπτογραφημένος (λειτουργία «anti-spoofing»), και η αποκρυπτογράφησή του γίνεται μόνο από τον Αμερικανικό Στρατό και κάποιους ακόμα εξειδικευμένους χρήστες. Συνολικά χρησιμοποιούνται πέντε συχνότητες (L1-L5) και ο λόγος διαθεσιμότητας περισσοτέρων της μίας είναι η διόρθωση της ιονοσφαιρικής καθυστέρησης. Για τον υπολογισμό της θέσης στο GPS χρησιμοποιούνται μετρήσεις κώδικα ή φέρουσας φάσης. Για την εξάλειψη των διαφόρων σφαλμάτων των μετρήσεων στο GPS χρησιμοποιούνται οι γραμμικοί συνδυασμοί των παρατηρήσεων. Υπάρχουν αρκετοί συνδυασμοί, όπως η απλή διαφορά μεταξύ δορυφόρων, η απλή διαφορά μεταξύ δεκτών, η διπλή διαφορά, η τριπλή και ο γραμμικός συνδυασμός απαλλαγμένος από την ιονόσφαιρα (μετρήσεις στις L1 και L2). Τα σφάλματα διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες: αυτά που οφείλονται στους δορυφόρους, αυτά που οφείλονται στο δέκτη και αυτά που οφείλονται στη διάδοση των σημάτων. Ο προσδιορισμός της θέσης του χρήστη GPS μπορεί να γίνει είτε με απόλυτο εντοπισμό είτε με σχετικό. Ο σχετικός εντοπισμός διακρίνεται σε πραγματικού χρόνου και μετεπεξεργασία των μετρήσεων. Ανάλογα με τη τεχνική που εφαρμόζεται στην ύπαιθρο διακρίνονται ο στατικός εντοπισμός, ο γρήγορος, ο ψευδοκινηματικός, ο κινηματικός και η χρήση εικονικών σταθμών. Παράλληλα με την ανάπτυξη του GPS ιδρύθηκαν διάφοροι φορείς παροχής δεδομένων και προϊόντων GPS. Ένας από αυτούς είναι η IGS, η οποία συγκεντρώνει και αναλύει δεδομένα GPS από ένα δίκτυο μόνιμων σταθμών παρακολούθησης των συστημάτων GPS και GLONASS. Από την επεξεργασία τους προκύπτουν τα διάφορα προϊόντα που παρέχει δωρεάν στους χρήστες των συστημάτων αυτών και αφορούν τις εφημερίδες και τα χρονόμετρα δορυφόρων και σταθμών, τις παραμέτρους περιστροφής της γης, τις συντεταγμένες των σταθμών του δικτύου καθώς και τις ταχύτητές τους και, τέλος, τις ατμοσφαιρικές παραμέτρους. Στην Ελλάδα, στα πλαίσια του Γ’ ΚΠΣ και για τις ανάγκες του Εθνικού Κτηματολογίου εγκαταστάθηκε και λειτουργεί το HEPOS. Πρόκειται για ένα δίκτυο μόνιμων σταθμών κατανεμημένων σε ολόκληρη τη χώρα, οι οποίοι πραγματοποιούν αδιάκοπες μετρήσεις στο σύστημα GPS. Βασισμένο στην επεξεργασία αυτών των μετρήσεων, το HEPOS εξυπηρετεί εφαρμογές διαφορικού εντοπισμού, ακόμη και σε πραγματικό χρόνο. Παράλληλα με την ανάπτυξη της τεχνολογίας και του GPS, ιδρύθηκαν παγκοσμίως ορισμένες online υπηρεσίες επεξεργασίας μετρήσεων GPS οι οποίες αποστέλλουν τις πληροφορίες θέσης του χρήστη μέσω διαδικτύου. Ο γενικός τρόπος λειτουργίας τους διακρίνεται σε τρία στάδια, την αποστολή από τον χρήστη, μέσω διαδικτύου, των αρχείων παρατηρήσεων, την επεξεργασία τους από τις υπηρεσίας και την αποστολή στον χρήστη των αποτελεσμάτων που προέκυψαν. Η OPUS είναι μια από αυτές τις υπηρεσίες και παρέχεται από την Εθνική Γεωδαιτική Υπηρεσία των ΗΠΑ. Τα αρχεία που υποβάλλονται πρέπει να είναι διάρκειας 2 ως 24 ωρών και να περιέχουν παρατηρήσεις στις συχνότητες L1 και L2. Τα αποτελέσματα που εκδίδει εκφράζονται σε καρτεσιανές συντεταγμένες στα συστήματα ITRF00 και NAD83. Για τον υπολογισμό τους χρησιμοποιείται το λογισμικό PAGES. Η ακρίβεια των αποτελεσμάτων εκφράζεται μέσα από τα peak-to-peak σφάλματα που συνοδεύουν τις συντεταγμένες. Βελτίωση της ακρίβειας επιτυγχάνεται μέσα από μεγαλύτερη διάρκεια παρατηρήσεις και από διαθεσιμότητα τελικών IGS προϊόντων. Η OPUS_RS παρέχεται από τον ίδιο φορέα και είναι πανομοιότυπη με την προηγούμενη, όσον αφορά την διεπαφή με τον χρήστη. Βασικά σημεία διαφοράς των δύο είναι η διάρκεια των παρατηρήσεων που μπορεί να επεξεργαστεί η RS, η οποία κυμαίνεται μεταξύ 15 λεπτών και 4 ωρών. Και αυτή εφαρμόζει σχετικό εντοπισμό θέσης, με χρήση 9 σταθμών αναφοράς. Το βασικό λογισμικό που χρησιμοποιεί είναι το RSGPS. Οι παρατηρήσεις πρέπει να περιέχουν και τους τέσσερεις τύπους δεδομένων παρατηρήσεων (L1, L2, P1, P2). Μια ακόμη παρόμοια υπηρεσία είναι η SCOUT. Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της είναι ότι δέχεται δεδομένα από συγκεκριμένα μοντέλα δεκτών, κάτι που οφείλεται στο λογισμικό επεξεργασίας GAMIT που χρησιμοποιεί. Ως σταθμούς αναφοράς χρησιμοποιεί τους 3 κοντινότερους στον χρήστη. Τα αποτελέσματα εκφράζονται σε καρτεσιανές συντεταγμένες του ITRF05 και αποστέλλονται στο χρήστη στην ηλεκτρονική διεύθυνση που έχει ορίσει. Οι παρατηρήσεις θα πρέπει να είναι διάρκειας μεγαλύτερης της μιας ώρας. Η AUSPOS παρέχεται από την Australian Surveying and Land Information Group (AUSLIG) και επεξεργάζεται αρχεία μετρήσεων φάσης και κώδικα στις L1 και L2 συχνότητες, διάρκειας μεγαλύτερης των 2 ωρών. Για την επεξεργασία χρησιμοποιεί το λογισμικό MicroCosm. Τα αποτελέσματα υπολογίζονται χρησιμοποιώντας την τεχνική των Διπλών διαφορών με χρήση παρατηρήσεων από 3 σταθμούς αναφοράς. Εκφράζονται στο παγκόσμιο ITRF σύστημα και στο GDA94. Τέλος, υπάρχει και η PPP υπηρεσία του Καναδά, η οποία διαφέρει σημαντικά από τις άλλες στο γεγονός ότι παρέχει εκτιμήσεις απόλυτου εντοπισμού θέσης. Επεξεργάζεται αρχείο που προέρχονται από κινηματικό ή στατικό εντοπισμό και εκφράζει τα αποτελέσματα στα συστήματα NAD83(CSRS) και ITRF05. Μέγιστη διάρκεια του αρχείου παρατηρήσεων είναι οι 6 ημέρες, ενώ ελάχιστη δεν υπάρχει. Τα αρχεία θα πρέπει να περιέχουν παρατηρήσεις στις συχνότητες L1 και L2. Για την πειραματική σύγκριση των υπηρεσιών χρησιμοποιούνται αρχεία δεδομένων από πραγματικούς σταθμούς, κατάλληλα επεξεργασμένα ώστε να καλύπτουν όλες τις παραμέτρους, τα οποία υποβλήθηκαν σε όλες τις υπηρεσίες. Από τα αποτελέσματα προκύπτει πως οι ακρίβειες που επιτυγχάνονται από τα λογισμικά των υπηρεσιών είναι ικανοποιητικές, καθώς δεν παρουσιάζονται σημαντικές αποκλίσεις στα αποτελέσματα. Κάτι τέτοιο οδηγεί στο συμπέρασμα πως οι γνώσεις και η τεχνολογία που είναι διαθέσιμες μπορούν να ικανοποιήσουν τους απαιτητικούς χρήστες του συστήματος.
2007
2006
ฮฆ ฮšฮฑฮปฮปฮนฮฌฮฝฮฟฯ… (2006)  ฮฃฯ…ฯƒฯ„ฮฎฮผฮฑฯ„ฮฑ ฮบฮฑฮน ฮ ฮปฮฑฮฏฯƒฮนฮฑ ฮ‘ฮฝฮฑฯ†ฮฟฯฮฌฯ‚ ฯƒฯ„ฮท ฮ“ฮตฯ‰ฮดฮฑฮนฯ„ฮนฮบฮฎ ฮ‘ฯƒฯ„ฯฮฟฮฝฮฟฮผฮฏฮฑ-ฮŸฮน ฮ”ฮนฮตฮธฮฝฮตฮฏฯ‚ ฮฃฯ…ฮผฮฒฮฌฯƒฮตฮนฯ‚ [english title: Kallianou, F. (2006) โ€“ โ€œReference Systems and Frames in Geodetic Astronomy โ€“ The New Conventionsโ€]   ฮ”ฮนฯ€ฮปฯ‰ฮผฮฑฯ„ฮนฮบฮฎ ฮตฯฮณฮฑฯƒฮฏฮฑ, ฮฃฯ‡ฮฟฮปฮฎ ฮ‘ฮณฯฮฟฮฝฯŒฮผฯ‰ฮฝ & ฮคฮฟฯ€ฮฟฮณฯฮฌฯ†ฯ‰ฮฝ ฮœฮทฯ‡ฮฑฮฝฮนฮบฯŽฮฝ, ฮ•ฮธฮฝฮนฮบฯŒ ฮœฮตฯ„ฯƒฯŒฮฒฮนฮฟ ฮ ฮฟฮปฯ…ฯ„ฮตฯ‡ฮฝฮตฮฏฮฟ [Thesis, Department of Surveying Engineering, National Technical University of Athens] [Theses & Dissertations Supervised or co-Supervised]  
Abstract: Reference systems and reference frames are used to express positions and velocities of the objects. A reference system is a set of coordinate axes and a specific procedure by which the positions of the objects can be calculated. A reference frame is the realization of the corresponding system. A frame contains the coordinates of a number of points (fiducial points). A reference system can be defined dynamically or kinematically. A reference system which is defined dynamically is based on the form of the equations of motion, while a reference system which is defined kinematically is based on the kinematic behaviour of very distant objects. In classical Newtonian approach both methods are equivalent. In the framework of the General Relativity we can create an hierarchy of reference systems, the global reference systems and the local reference systems. Reference systems can be also defined dynamically or kinematically but the kinematic definition in the case of local reference systems should be very precise in order to avoid misunderstandings. The reference systems that are in use at the moment are the International Celestial Reference System and the International Terrestrial Reference System. The ICRS has its origin at the vernal Equinox γ and its center at the barycenter of the solar system. It is based on a kinematic definition, according to which the system shows no rotation with respect to a great number of extragalactic objects. In the latest definition the number of these objects is more than 650. The ITRS is a geocentric system which rotates with the Earth. It has the same orientation with the ICRS and its center is the center of mass of the Earth. The X axis points towards the Greenwich meridian. This system is materialized by 800 stations located on about 500 sites, the coordinates of which are determined by satellite geodesy techniques. Time measurement is essential for astrometry and geodesy. The construction of time scales in the past was based on the rotation of the Earth. From the middle of the 20th century, when the angular velocity of the Earth proved to be unstable, time measurement was based on the duration of the SI second. In the framework of General Relativity, time and space are interelated and time is not anymore an absolute concept. In General Relativity, time is either the Proper time or the Coordinate time. Proper time is the time that is measured by an observer’s clock. Coordinate time is one of the 4 coordinates of the metric tensor which gives the spacetime coordinates of a system. Relativistic time scales are based on proper times of the geocenter and the barycenter and on coordinate times. A great number of relativistic time scales is used today, such as the Barycentric Coordinate Time, the Geocentric Coordinate Time and the Terrestrial Time. Orientation of reference systems is influenced by the motions of the Earth in space. These motions are: a revolution around the Sun, a rotation around its axis, precession, nutation and polar motion. The rotation of the Earth around the Sun follows a path which is called ecliptic. Due to gravitational forces from the celestial bodies, the plane of the ecliptic is slowly moving in space, changing the position of the vernal equinox. This motion is called planetary precession. The angular velocity of the Earth is also changing and causes a variation in the Length Of Day. Precession is a motion of the rotation axis in space with a period of about 25800 years, which is caused by the lunisolar gravitational forces. Nutation is caused by lunisolar gravitational forces and geophysical procedures which take place in the inner part of the Earth. Both precession and nutation cause a shift of the equinoxes. Several models have been developed to describe precession and nutation. Polar motion is a motion of the rotation axis of the Earth with respect to the Earth’s crust. It is caused by gravitational forces and geophysical phenomena. New conventions for the transformation of coordinates between reference systems are in use from 1 January 2006. Among these is the definition of a new reference system, together with its origin and its pole, the development of a new precession – nutation model, as well as the use of a new method for the reduction between the celestial and the terrestrial reference systems. The new reference system is the Intermediate Celestial Reference system and the Intermediate Terrestrial Reference system. The origins of these systems are the Celestial Intermediate Origin and the Terrestrial Intermediate Origin. Both of them are implementations of the non-rotating origin. The pole of these systems is the Celestial Intermediate Pole. These systems have the same orientation with the system of the true equinox, so the intermediate equator and the true equator are the same plane. The only difference between them is the origin of the right ascensions. The new precession and nutation model IAU2000 is the most precise model that has been developed so far. It involves new expressions for the precession angles and new series for the nutation angles. Its novelty is the presence of planetary components of nutation. The transformation from the celestial to the terrestrial system can be done following 2 different methods. The first is the classical equinox-based method and uses the Greenwich Sidereal Time, while the second is called CIO method and uses the Intermediate Celestial system and the Earth Rotation Angle. The Earth Rotation Angle is measured on the equator between the Celestial Intermediate Origin and the Terrestrial Intermediate Origin. The new conventions were implemented in a program developed for the purpose, which performs the reduction from the celestial to the terrestrial reference system using 3 different models for precession and nutation, the precession of Newcomb with nutation of Woolard (1950), the precession of Fricke with the nutation of Wahr (1980) and the latest model IAU2000. Five stars were chosen for the application and their catalog coordinates were xii taken from the SAO, PPM and Tycho2 catalogs. Polar motion data were taken from IERS bulletins. The results clearly show the improvement in the calculation of the apparent coordinates. It is also evident that star coordinates from old catalogs are not that precise as those of Tycho2. The improvement in the calculation is due to the use of the non-rotating origin and to the new precession and nutation model.
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ Η επιστήμη της γεωδαισίας ασχολείται με την μέτρηση του μεγέθους και του σχήματος των αντικειμένων. Για να μπορεί να αποδοθεί η πληροφορία των θέσεων, και κατ’ επέκταση των μεγεθών και σχημάτων, θα πρέπει να οριστούν συστήματα συντεταγμένων, ως προς τα οποία να υπολογίζονται οι θέσεις. Έτσι, ορίζεται ως σύστημα συντεταγμένων ένα σύνολο αξόνων, καθώς και μια συγκεκριμένη μαθηματική διαδικασία μέσω της οποίας υπολογίζονται οι θέσεις των σημείων. Το πλαίσιο συντεταγμένων υλοποιεί το σύστημα και περιλαμβάνει τις συντεταγμένες ενός συνόλου σημείων αναφοράς. Σήμερα χρησιμοποιούνται το Διεθνές Ουρανογραφικό Σύστημα Αναφοράς (ICRS) και το Διεθνές Γήινο Σύστημα Αναφοράς (IΤRS). Το μεν πρώτο χρησιμοποιείται για την περιγραφή της θέσης των ουράνιων σωμάτων ενώ το δεύτερο για την περιγραφή της θέσης σημείων που βρίσκονται στη Γη ή κοντά σε αυτή. Το ICRS έχει ως κέντρο του το κέντρο του ηλιακού συστήματος ενώ η αφετηρία του είναι το εαρινό Ισημερινό σημείο ?. Ορίζεται κινηματικά σταθεροποιώντας τους άξονες του με βάση παρατηρήσεις προς μακρινές εξωγαλαξιακές ραδιοπηγές. Υλοποιείται από τις συντεταγμένες περισσοτέρων των 650 τέτοιων πηγών. Το IΤRS έχει τον ίδιο προσανατολισμό με το ICRS. Το κέντρο του συστήματος είναι το κέντρο μάζας τη Γης ενώ ο άξονας Χ δείχνει προς τον μεσημβρινό του Greenwich. Το σύστημα αυτό υλοποιείται από ένα δίκτυο περισσότερων των 800 σταθμών, οι συντεταγμένες των οποίων προσδιορίζονται με μεθόδους δορυφορικής γεωδαισίας. Οι κλίμακες μέτρησης χρόνου παραδοσιακά βασίστηκαν στην περιστροφή της Γης. Στην συνέχεια, όταν αποδείχτηκε ότι η περιστροφή της Γης δεν είναι ομαλή, αναζητήθηκαν κλίμακες χρόνου με σταθερό μέτρο. Την ανάγκη αυτή εκπλήρωσε η καθιέρωση ως μονάδα μέτρησης του χρόνου του δευτερολέπτου του συστήματος SI. Οι σύγχρονες απαιτήσεις ακρίβειας επέβαλλαν την καθιέρωση κλιμάκων χρόνου στα πλαίσια της Γενικής θεωρίας της Σχετικότητας. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, ο χρόνος είτε είναι ιδιοχρόνος είτε είναι συντεταγμένος χρόνος. Ο ιδιοχρόνος είναι ο χρόνος που μετράει το χρονόμετρο ενός παρατηρητή ενώ ο συντεταγμένος χρόνος είναι μια συντεταγμένη του μετρικού τανυστή που δίνει τις χωροχρονικές συντεταγμένες ενός σημείου. Παραδείγματα σχετικιστικών κλιμάκων χρόνου αποτελούν ο Βαρυκεντρικός Συντεταγμένος Χρόνος, ο Γεωκεντρικός Συντεταγμένος Χρόνος και ο Γήινος Χρόνος. Οι κινήσεις που εκτελεί η Γη σαν σώμα επηρεάζουν τον ορισμό των συστημάτων αναφοράς λόγω του ότι μεταβάλλονται οι θέσεις των αξόνων τους. Οι κινήσεις της Γης που ενδιαφέρουν είναι οι εξής: η περιστροφή γύρω από τον Ήλιο, η κίνηση γύρω από τον άξονα περιστροφής της, η μετάπτωση, η κλόνηση και η κίνηση του πόλου. Η περιστροφή της Γης γύρω από τον Ήλιο γίνεται κατά μήκος μιας τροχιάς που λέγεται εκλειπτική. Λόγω βαρυτικών δυνάμεων που ασκούνται από τους άλλους πλανήτες, το επίπεδο της εκλειπτικής δεν παραμένει σταθερό στο χώρο. Η μετακίνησή του προκαλεί μετακίνηση της αφετηρίας των ορθών αναφορών. Η μεταβολές στην γωνιακή ταχύτητα της Γης, που οφείλονται σε βαρυτικές δυνάμεις των ουράνιων σωμάτων, σε ρεύματα και στους ανέμους, προκαλούν μεταβολές στο μήκος της μέρας. Η μετάπτωση οφείλεται σε σεληνοηλιακές βαρυτικές δυνάμεις και προκαλεί μετατόπιση του ισημερινού. Η κλόνηση οφείλεται τόσο σε βαρυτικές επιδράσεις των άλλων ουράνιων σωμάτων όσο και στη σύσταση του εσωτερικού της Γης. Η κλόνηση προκαλεί επίσης μετατόπιση του ισημερινού. Η μετάπτωση και η κλόνηση περιγράφονται με την βοήθεια γωνιακών μεγεθών, οι τιμές των οποίων δίνονται από το εκάστοτε μοντέλο μετάπτωσης και κλόνησης. Η κίνηση του πόλου είναι η κίνηση του άξονα περιστροφής της Γης ως προς τον φλοιό της Γης. Οφείλεται σε βαρυτικές επιδράσεις και σε γεωφυσικά αίτια. Νέες συμβάσεις για τις μετατροπές μεταξύ των συστημάτων αναφοράς ισχύουν από το 2003 και επίσημα αρχίζουν να εφαρμόζονται από το 2006. Οι νέες αυτές συμβάσεις αφορούν ένα νέο σύστημα αναφοράς, με χρήση νέας αφετηρίας και πόλου, ένα νέο και πιο ακριβές μοντέλο μετάπτωσης και κλόνησης, καθώς και μια νέα μέθοδο μετασχηματισμού ανάμεσα στο ουράνιο και το γήινο σύστημα. Το νέο σύστημα αναφοράς ονομάζεται Ουράνιο Ενδιάμεσο Σύστημα Αναφοράς. Επίσης ορίζεται και το Γήινο Ενδιάμεσο Σύστημα Αναφοράς. Ο πόλος και των δύο συστημάτων είναι ο Ουράνιος Ενδιάμεσος πόλος. Η αφετηρία του ουράνιου συστήματος είναι η Ουράνια Ενδιάμεση αφετηρία ενώ η αφετηρία του γήινου είναι η Γήινη Ενδιάμεση αφετηρία. Οι δύο αυτές αφετηρίες είναι εφαρμογές της αρχής της μή στρεφόμενης αφετηρίας. Η γωνιακή διαφορά των δύο αφετηριών επάνω στον ισημερινό δίνει την Γωνία Περιστροφής της Γης. Το νέο μοντέλο μετάπτωσης και κλόνησης παρέχει ακρίβεια της τάξης των 0.2 mas. Παρέχονται οι νέες εκφράσεις για τις γωνίες μετάπτωσης και κλόνησης. Η καινοτομία του μοντέλου αυτού είναι ότι, για πρώτη φορά, λαμβάνεται υπόψη η συνεισφορά των πλανητών στον υπολογισμό της κλόνησης. Έτσι στο νέο μοντέλο οι γωνίες κλόνησης δίνονται από 678 σεληνοηλιακούς όρους και 687 πλανητικούς όρους. Ο μετασχηματισμός από το ουράνιο στο γήινο σύστημα μπορεί να γίνει πλέον με δύο μεθόδους, την κλασική μέθοδο που χρησιμοποιεί το εαρινό Ισημερινό σημείο και τον αστρικό χρόνο Greenwich ή την μέθοδο του ενδιάμεσου συστήματος που χρησιμοποιεί την Ουράνια Ενδιάμεση αφετηρία και την Γωνία Περιστροφής της Γης. Οι συνέπειες των νέων συμβάσεων εξετάστηκαν μέσω προγράμματος, που αναπτύχθηκε στο πλαίσιο της εργασίας, για τον μετασχηματισμό από το ουράνιο στο γήινο σύστημα χρησιμοποιώντας 3 διαφορετικά μοντέλα μετάπτωσης και κλόνησης. Επιλέχθηκαν 5 άστρα και 4 χρονικές στιγμές, ενώ τα στοιχεία για την κίνηση του πόλου ελήφθησαν από τις προβλέψεις της IERS. Οι συντεταγμένες των άστρων ελήφθησαν από τους καταλόγους SAO, PPM και Tycho2. Μετά από σύγκριση των αποτελεσμάτων έγινε φανερή η βελτίωση που παρέχει το νέο μοντέλο μετάπτωσης και κλόνησης, καθώς και η επίδραση των συντεταγμένων των καταλόγων στην ακρίβεια των αποτελεσμάτων.
2005
ฮœ ฮ”ฯฯŒฯƒฮฟฯ‚ (2005)  ฮฅฯ€ฮทฯฮตฯƒฮฏฮตฯ‚ ฮฑฮพฮนฮฟฯ€ฮฟฮฏฮทฯƒฮทฯ‚ ฯ„ฮทฯ‚ ฮ“ฮตฯ‰ฮณฯฮฑฯ†ฮนฮบฮฎฯ‚ ฮ˜ฮญฯƒฮทฯ‚ & Web GIS ฮ•ฯ†ฮฑฯฮผฮฟฮณฮฎ ฯƒฯ„ฮฟ ฮ™ฯƒฯ„ฮฟฯฮนฮบฯŒ ฮšฮญฮฝฯ„ฯฮฟ ฯ„ฮทฯ‚ ฮ‘ฮธฮฎฮฝฮฑฯ‚ (Diploma Thesis in Greek; Location-based services and Web GIS)   ฮ”ฮนฯ€ฮปฯ‰ฮผฮฑฯ„ฮนฮบฮฎ ฮตฯฮณฮฑฯƒฮฏฮฑ, ฮฃฯ‡ฮฟฮปฮฎ ฮ‘ฮณฯฮฟฮฝฯŒฮผฯ‰ฮฝ & ฮคฮฟฯ€ฮฟฮณฯฮฌฯ†ฯ‰ฮฝ ฮœฮทฯ‡ฮฑฮฝฮนฮบฯŽฮฝ, ฮ•ฮธฮฝฮนฮบฯŒ ฮœฮตฯ„ฯƒฯŒฮฒฮนฮฟ ฮ ฮฟฮปฯ…ฯ„ฮตฯ‡ฮฝฮตฮฏฮฟ [Thesis, Department of Surveying Engineering, National Technical University of Athens] [Theses & Dissertations Supervised or co-Supervised]  
Abstract: The main subject of this thesis is to gain an understanding of the relationship between three different technological fields, the Global Positioning System, the Geographic Information System (GIS) and the Web GIS services, via the huge evolution of the referred scientific area. Due to this fact, a Location Based Service has been produced with area of interest the National Garden, The Panathinaikos Stadium and the greater area. Besides, a Web GIS service is used to regenerate the LBS system with additional information about the area. The reason for this thesis were the interest and the speculation about the scientific fields of LBS and Web GIS systems, which nowadays, have generated a wide range of application in every day life. This interest in combination with the experience, the knowledge of our professors and the appropriate infrastructure about those scientific fields guided us into building this project. Basic element for the structure of the specific application was a satellite image of the greater area whereas technological knowledge acquired from three previous theses about similar issues (Tsagaraki, 2002-Georgiou, 2003-Petropoulos, 2005) The whole project consists of eight chapters, each one dealing with the following respective issues: Chapters 1-5 are used to introduce the reader in the specific technological area. In particular, they referred to the Global Positioning System, the Geographic Information Systems, the Location Based Services and the Web GIS systems. Chapter 6 describes the preparation of the application and the graduated formation of the LBS system using the ArcMap and ArcPad software. Chapter 7 describes the use of the ArcIMS software and the formation of the Web GIS service, a service which have the ability to regenerate the LBS system with additional information about the area. Finally, chapter 8 presents conclusions about the ArcPad and ArcIMS software, the future tensions about those scientific fields and the applications which can be produced. Furthermore there has been a trial to present thoughts about the future of this thesis and how could this work better. Additionally there have been three appendices, each one dealing with the following respective issues: o Appendix I: Detailed presentation of the geocoding wizard procedure. o Appendix II: Apposes the VBScript code which has been used to control the functionality of the digital forms. o Appendix III: Apposes the code which has been edited in the ArcIMSparam.js file. This file is responsible for the customization of the HTML site.
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ Στόχο της παρούσας εργασίας, αποτελεί η μελέτη και διασύνδεση τριών διαφορετικών επιστημονικών πεδίων, του Δορυφορικού εντοπισμού, των Συστημάτων Γεωγραφικών Πληροφοριών (GIS) και των υπηρεσιών Web GIS, μέσα από τη ραγδαία εξέλιξη που παρουσιάζουν οι συγκεκριμένοι επιστημονικοί κλάδοι τον τελευταίο καιρό. Για την επίτευξη αυτού του στόχου δομήθηκε ένα ολοκληρωμένο σύστημα Αξιοποίησης της Γεωγραφικής Θέσης με περιοχή ενδιαφέροντος τον Εθνικό Κήπο, το Παναθηναϊκό Στάδιο και τη γύρω περιοχή, ενώ παράλληλη δημιουργήθηκε και μία υπηρεσία Web GIS μέσα από την οποία υπάρχει η δυνατότητα ανατροφοδότησης του Συστήματος Αξιοποίησης της Γεωγραφικής Θέσης. Η αφορμή για την εκπόνηση της συγκεκριμένης άσκησης, δόθηκε από το ενδιαφέρον – προβληματισμό που εκφράστηκε για τις ταχύτατα αναπτυσσόμενες εφαρμογές Αξιοποίησης της Γεωγραφικής Θέσης και το συνδυασμό τους με τα συστήματα Web GIS που έχουν καταλάβει μεγάλο μέρος της καθημερινής μας ζωής. Το ενδιαφέρον αυτό σε συνδυασμό με την προηγούμενη εμπειρία και γνώση των διδασκόντων πάνω σ’ αυτά τα θέματα, αλλά και το κατάλληλο υλικό και υποδομή που προϋπήρχε οδήγησαν στη δημιουργία της συγκεκριμένης εφαρμογής. Βασικό στοιχείο για τη δόμηση της συγκεκριμένης εφαρμογής αποτέλεσε μία δορυφορική εικόνα της περιοχής ενώ η τεχνολογική γνώση αποκτήθηκε από τρεις προηγούμενες διπλωματικές που είχαν πραγματοποιηθεί πάνω σε παρόμοια θέματα. Η όλη εργασία δομήθηκε σε οχτώ κεφάλαια τα οποία αναλύονται συνοπτικά παρακάτω: Τα κεφάλαια 1-5 είναι εισαγωγικά και έχουν ως στόχο να εισαγάγουν τον αναγνώστη στο πλαίσιο ανάπτυξης της συγκεκριμένης τεχνολογίας. Συγκεκριμένα, αναπτύσσονται το σύστημα GPS, τα Γεωγραφικά Συστήματα Πληροφοριών, οι Υπηρεσίες Αξιοποίησης της Γεωγραφικής Θέσης αλλά και τα συστήματα Web GIS. Στο κεφάλαιο 6 περιγράφεται η προετοιμασία της εφαρμογής και η δόμησή της μέσα από τα λογισμικά του ArcMap και ArcPad για την υλοποίηση της εφαρμογής LBS. Στο κεφάλαιο 7 αναλύεται η χρήση του προγράμματος ArcIMS καθώς και η δημιουργία της υπηρεσίας Web GIS που έχει την ικανότητα επικοινωνίας με το Σύστημα Αξιοποίησης της Γεωγραφικής Θέσης. Τέλος στο κεφάλαιο 8 παρουσιάζονται κάποια συμπεράσματα που προέκυψαν για τα παραπάνω λογισμικά, οι μελλοντικές τάσεις των επιστημονικών αυτών πεδίων σε συνδυασμό με τις εφαρμογές τους αλλά και κάποιες σκέψεις για μελλοντική επέκταση της εφαρμογής. Παράλληλα, έχουν συνταχθεί και 3 παραρτήματα που αναλύουν περισσότερο τη δόμηση των ακόλουθων εφαρμογών: o Παράρτημα Ι: Παρουσιάζεται αναλυτικά η διαδικασία της γεωαναφοράς o Παράρτημα ΙΙ: Παρατίθεται ο κώδικας VBScript που χρησιμοποιήθηκε για τον έλεγχο της λειτουργίας των ψηφιακών φορμών. o Παράρτημα ΙΙΙ: Παρατίθεται ο κώδικας που συντάχθηκε στο αρχείο ArcIMSparam.js για το customization της ιστοσελίδας HTML.
2003
ฮ• ฮ“ฮตฯ‰ฯฮณฮฏฮฟฯ… (2003)  ฮฅฯ€ฮทฯฮตฯƒฮฏฮตฯ‚ ฮ‘ฮพฮนฮฟฯ€ฮฟฮฏฮทฯƒฮทฯ‚ ฯ„ฮทฯ‚ ฮ“ฮตฯ‰ฮณฯฮฑฯ†ฮนฮบฮฎฯ‚ ฮ˜ฮญฯƒฮทฯ‚ (Location Based Services)   ฮ”ฮนฯ€ฮปฯ‰ฮผฮฑฯ„ฮนฮบฮฎ ฮตฯฮณฮฑฯƒฮฏฮฑ, ฮฃฯ‡ฮฟฮปฮฎ ฮ‘ฮณฯฮฟฮฝฯŒฮผฯ‰ฮฝ & ฮคฮฟฯ€ฮฟฮณฯฮฌฯ†ฯ‰ฮฝ ฮœฮทฯ‡ฮฑฮฝฮนฮบฯŽฮฝ, ฮ•ฮธฮฝฮนฮบฯŒ ฮœฮตฯ„ฯƒฯŒฮฒฮนฮฟ ฮ ฮฟฮปฯ…ฯ„ฮตฯ‡ฮฝฮตฮฏฮฟ [Thesis, Department of Surveying Engineering, National Technical University of Athens] [Theses & Dissertations Supervised or co-Supervised]  
Abstract: In the context of this particular thesis a survey and a realization of an application based mainly on the combination of two different scientific fields were made. An effort was made to combine the Global Positioning System with the Geographic Information Systems so that to create a Location Based Services application. Satellite technology applications in the scientific areas, has grown at a great rate in the last couple of decades. While the Global Positioning System was created at the beginning serving other sectors like military usage and navigation, in the current thesis an analysis was carried out in order to define the possibility of its use in the determination of positioning in everyday’s human endeavours. The definition of the location constituted a primary aim of many human activities (economic, scientific, social, etc…), a fact that has push the use of GPS for those specific implementations to become the center of considerable attention. Furthermore, modern society is considered to be an information society and as most information is related to geographic data, in essence we live in a geoinformation society. The GIS technology with their huge development potentials, have been used in a great deal of implementations and applications concerning analysis and planning, where the parameter “geographic area” enters into a problem, indirectly or directly. So the seamless combination of GIS with the Internet, wireless communication and GPS have generated the innovative so called Location Based Services, that is to say the applications which provide all the information based on a specific place wherever and whenever is necessary. Once a user’s geographic position has been determined, afterwards the available information regarding this particular location is given. The aim of the following application in this particular thesis is the process of a location based services application, in a palmtop, so that to assist, whenever is needed, the exact device location in the field, through the use of a handled GPS. Then some questions would be posed, either for the services that concern the particular area or by giving a final destination so that the navigation of the device in the area would be achieved. For this experimentation the application was conducted in a confined area such as the National Technical University Campus so that to gain experience with the general concept of the Location Based Services and to acquire useful knowledge that would help in future implementations of such applications.
Notes: ΠΕΡΙΛΗΨΗ Στα πλαίσια της συγκεκριμένης διπλωματικής εργασίας πραγματοποιήθηκε μελέτη και υλοποίηση μιας εφαρμογής που στηρίζεται κυρίως στη σύνδεση δύο διαφορετικών επιστημονικών πεδίων. Έγινε μια προσπάθεια να συνδυαστούν το Σύστημα Δορυφορικού Εντοπισμού Θέσης (GPS) με τα Γεωγραφικά Συστήματα Πληροφοριών (GIS), ώστε να αναπτυχθεί μια εφαρμογή των υπηρεσιών αξιοποίησης της γεωγραφικής θέσης, οι οποίες αναφέρονται διεθνώς ως Location Based Services. Οι εφαρμογές της δορυφορικής τεχνολογίας στις γήινες επιστήμες αναπτύσσονται συνεχώς με ραγδαίο ρυθμό. Ενώ το σύστημα GPS δημιουργήθηκε αρχικά για άλλες εφαρμογές, όπως στρατιωτική χρήση και πλοήγηση, στην παρούσα διπλωματική εργασία εξετάστηκε η δυνατότητα χρήσης του στον προσδιορισμό της θέσης του ανθρώπου σε καθημερινές εφαρμογές. Ο προσδιορισμός της θέσης ανέκαθεν αποτέλεσε έναν πρωταρχικό σκοπό των ποικίλων δραστηριοτήτων (οικονομικών, επιστημονικών, κοινωνικών, κ.α.) του ανθρώπου, οπότε σήμερα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η χρήση του δορυφορικού συστήματος GPS για τέτοιες εφαρμογές. Επίσης η σύγχρονη κοινωνία θεωρείται πλέον μια κοινωνία πληροφοριών και καθώς οι περισσότερες πληροφορίες έχουν σχέση με το γεωγραφικό χώρο, ζούμε ουσιαστικά σε μια κοινωνία γεωπληροφοριών. Η τεχνολογία των Συστημάτων Γεωγραφικών Πληροφοριών Σ.Γ.Π. με τις πολλές τους δυνατότητες, χρησιμοποιούνται σε πλήθος εφαρμογές, για κάθε ζήτημα ανάλυσης και σχεδιασμού, όπου η παράμετρος «γεωγραφικός χώρος» υπεισέρχεται άμεσα ή έμμεσα. Η σύνδεση των Συστημάτων Γεωγραφικών Πληροφοριών με το διαδίκτυο, την ασύρματη επικοινωνία και το Δορυφορικό Σύστημα Εντοπισμού Θέσης (GPS), έχουν προκαλέσει τις καινοτόμες Υπηρεσίες αξιοποίησης της γεωγραφικής θέσης, δηλαδή τις εφαρμογές που διαθέτουν στο χρήστη όλες τις πληροφορίες που βασίζονται σε μια συγκεκριμένη γεωγραφική θέση, όπου και όποτε απαιτείται. Αρχικά εντοπίζεται η γεωγραφική θέση του χρήστη και στη συνέχεια παρέχονται όλες οι απαραίτητες πληροφορίες για τις υπηρεσίες που αφορούν τη θέση αυτή. Σκοπός της εφαρμογής που περιγράφεται στη συγκεκριμένη διπλωματική εργασία είναι η ανάπτυξη και υλοποίηση μιας εφαρμογής των Υπηρεσιών αξιοποίησης της γεωγραφικής θέσης, σε palmtop, η οποία θα επιτρέπει μέσω της χρήσης ενός GPS χειρός, βγαίνοντας στο πεδίο να είναι γνωστή ανά πάσα χρονική στιγμή, η ακριβής θέση της συσκευής και στη συνέχεια να τεθούν κάποια ερωτήματα, είτε για τις υπηρεσίες που αφορούν τη συγκεκριμένη περιοχή, είτε δίνοντας έναν τελικό προορισμό να επιτευχθεί να πλοηγηθεί η συσκευή ως εκεί. Η εφαρμογή αρχικά θα γίνει σε ένα περιορισμένο πεδίο όπως είναι ο χώρος της Πολυτεχνειούπολης Ζωγράφου για να αποκτηθεί εμπειρία πάνω στις Υπηρεσίες αξιοποίησης της γεωγραφικής θέσης και στη συνέχεια να επεκταθεί και σε άλλες εφαρμογές.

Conference Presentations/Posters

2011
G Panou, N Yiannakakis, D Delikaraoglou (2011)  An analysis of the linear fixed altimetry-gravimetry boundary value problem   presented at the European Geophysical Union General Assembly, Vienna, 3-8 April. [Conference Presentations/Posters]  
Abstract: The determination of the Earth's external gravity field is usually formulated in terms of various types of Geodetic Boundary Value Problems (GBVPs) for the Laplace equation. Most investigations on GBVPs have been motivated by the need to approximate closer and closer the physical reality and to finding more accurate and reliable procedures to handle a variety of available gravity field related data. During the last thirty years, three kinds of the Altimetry-Gravimetry Boundary Value Problem (AGBVP) have been defined according to the type of input data over the sea part and the land part of the Earth's surface. Nowadays, with the help of the satellite altimetry data we can estimate the Mean Sea Surface (MSS), where we are able to evaluate the disturbing potential. In land areas, we can have gravimetric data at points with precisely determined 3D positions provided by the Global Navigation Satellite Systems (GNSS) which yield surface gravity disturbances. Therefore the surface of the Earth can be considered as a fixed boundary. This situation can be formulated as a linear, fixed mixed boundary value problem with a Dirichlet condition imposed in the sea areas and an oblique derivative condition on land, as treated e.g. by Keller (1996) and is also known as AGBVP-III. In this paper, we analyze the problem in an unbounded Lipschitz domain representing the exterior of the Earth. The Stampacchia theorem enables us to decide upon the existence and uniqueness of the weak solution of the problem in a weighted Sobolev space. Finally, we briefly discuss the regularity of the solution of the problem.
Notes: http://meetingorganizer.copernicus.org/EGU2011/poster_programme/6498
2010
ฮ” ฮ”ฮตฮปฮทฮบฮฑฯฮฌฮฟฮณฮปฮฟฯ… (2010)  ฮ•ฯ†ฮฑฯฮผฮฟฮณฮญฯ‚ ฯ„ฯ‰ฮฝ ฯƒฯฮณฯ‡ฯฮฟฮฝฯ‰ฮฝ ฯ„ฮตฯ‡ฮฝฮฟฮปฮฟฮณฮฏฯ‰ฮฝ (GPS, ฮดฮฟฯฯ…ฯ†ฮฟฯฮนฮบฮญฯ‚ ฮตฮนฮบฯŒฮฝฮตฯ‚, ฮฟฯฮธฮฟฯ†ฯ‰ฯ„ฮฟฯ‡ฮฌฯฯ„ฮตฯ‚, GIS) ฯƒฯ„ฮฑ ฯƒฯ‡ฮญฮดฮนฮฑ ฮฑฮฝฮฑฮดฮฑฯƒฮผฮฟฯ โ€“ ฮฮญฮตฯ‚ ฮฑฮฝฮฌฮณฮบฮตฯ‚, ฯ€ฯฮฟฮบฮปฮฎฯƒฮตฮนฯ‚, ฯ„ฮฌฯƒฮตฮนฯ‚ ฮบฮฑฮน ฯ€ฯฮฟฮฟฯ€ฯ„ฮนฮบฮญฯ‚ (Paper pesentation in Greek; Applications of modern geomatics technologies (GPS, Satellite Imaging, Orthophotomaps, GIS) for land consolidation - New needs, challenges, trends and implications)   ฮ—ฮผฮตฯฮฏฮดฮฑ ยซ40 ฯ‡ฯฯŒฮฝฮนฮฑ ฮฑฮฝฮฑฮดฮฑฯƒฮผฮฟฯ ฯƒฯ„ฮทฮฝ ฮšฯฯ€ฯฮฟยป, ฮ›ฮตฯ…ฮบฯ‰ฯƒฮฏฮฑ, 13 ฮŸฮบฯ„ฯ‰ฮฒฯฮฏฮฟฯ… [Conference Presentations/Posters]  
Abstract:
Notes: Powerpoint presentation (english): http://www.axmag.com/data/201101/U10837_F16834/index.html , http://www.humyo.com/FLZmCrQ/MyPublications_copies/MyPPPs/DDeli_LC_eng.pdf?a=2EY1c9HQlLo
2009
G Manoussakis, D Delikaraoglou (2009)  Determination of the gradient of curvature of the plumblines of the normal gravity field and a initial study of its isocurvature lines   Poster presented in the European Geosciences Union General Assembly 2009, Vienna, Austria, 19-24 April. [Conference Presentations/Posters]  
Abstract: The curvature k of a plumbline of the Earth’s normal gravity field U passing through a point P is a function which contains the first and second order partial derivatives of the normal potential U (referring to a Cartesian system). To determine the gradient of curvature at P the third order partial derivatives of the normal potential are also needed. However the determination of these high order partial derivatives demands too many complicated and tedious calculations. Here we describe a method to determine the gradient of curvature without using the third order partial derivatives of U. As a first step we express the partial derivatives of normal potential U in a global Cartesian system (X, Y , Z) such that the Z-axis is the Earth’s mean axis of rotation, the X-axis is the intersection of the equator’s plane and the plane of the Greenwich meridian and the Y -axis makes the system right-handed. For the problem at hand, we first introduce a local Cartesian (x, y, h) system such that a) the x – axis is tangent to the parallel circle at φ = φ(at P) , b) the y – axis is tangent to the meridian λ = λ(at P) and c) the h – axis is the vertical to the ellipsoid passing through the point P. Subsequently we introduce a local Cartesian system (x1, y1, h1) whose center is the point P and the transformation equations are x1 = x, y1 = y, and h1 = hP - h. Now in the interior of a circle of radius δ (δ is less than a meter) which has as a center the point P and lies on the meridian plane of P we assume that the coordinates of the gradU change linearly and the second order partial derivatives of U practically do not change. In the interior of the circle – we name it D – we construct a function ka = ka(y1, h1) with the use of which we determine the curvature of a plumbline at a specific point in the set D. The function ka is a quotient of polynomial functions and it is a good approximation of the function k in the set D. Hence it is easy to determine the gradka in terms of the (x1, y1, h1) coordinates in D and consequently at the point P. Finally using the coordinate transformations we express the gradka in the global Cartesian system (X, Y , Z). The isocurvature lines are curves such that if k is the function which describes the curvature of the plumblines then at each point it holds that k (X, Y , Z) = ko = const. We prove that there are at least two isocurvature lines which pass through a point P, they are orthogonal to each other and both of them are plane curves. Next we prove that these two curves lie on a special surface which is the isocurvature surface passing through the point Pand finally we prove that the isocurvature surfaces are surfaces of revolution. The study of these new geometrical entities may reveal more properties of the normal gravity field.
Notes: For the poster presentation of this paper G. Manoussakis was awarded the EGU's 'Young Scientist Outstanding Poster Presentation Award" in Geodesy for 2009.
D Delikaraoglou, I Mintourakis, F Kallianou (2009)  Impact of recent Global Digital Bathymetry and Topography Models on geoid modelling: Results from two case studies in Balearic and Aegean Seas   Presented at the General Assembly of the European Geosciences Union, Vienna, 19-24 April, 2009 [Conference Presentations/Posters]  
Abstract: With the realization of the Shuttle Radar Topographic Mission (SRTM) and the free distribution of its global elevation dataset with 3 arcsec (90 m) resolution and less than 16 m vertical accuracy, together with the availability of the higher resolution (30 m) and accuracy (10 m) Digital Terrain Models (DTM) from the Advanced Spaceborne Thermal Emission and Reflection Radiometer (ASTER), these two valuable sources of uniform DEM data represent a revolution in the world of terrain modelling. DEMs are an important source of data for the generation of high resolution geoids since they provide the high-frequency content of the gravity field spectrum and are suitable for the computation of terrain effects to gravity and indirect effects to the geoid, thus allowing the combination of global geopotential models, local gravity anomalies and information about the earth’s topography (represented by a given DEM). However, although such models are available for land, there are no readily accessible Digital Bathymetry Models (DBMs) of equivalent quality for the coastal and oceanic regions. Most of the global DBM’s (e.g. ETOPO1, SRTM30, and GEBCO global bathymetric grid) are compilations of heterogeneous data with medium resolution and accuracy. This prevents to exploit the potential of the recent high resolution (1 arcmin) marine free-air gravity anomalies datasets derived from satellite altimetry (such as the DNSC08, and the Sandwell & Smith v18.1 (S&Sv18.1) global solutions) in conjunction with such global DBM’s. Fortunately, for some regions, recently have become available DBM’s of much better accuracy and resolution, such as the DBM of 1 km resolution for many regions of the Mediterranean Sea which is distributed by IFREMER, the French Research Institute for Exploitation of the Sea. The scope of this study is to use this latest regional DBM in combination with the newly available DNSC08 and SSV18.1 global marine free-air gravity anomalies datasets for marine and near shore geoid modelling of archipelagic (island) areas. We have concentrated in two test regions: (a) the Catalano-Balearic Sea (South of Spain in the NW Meditteranean), where adequate marine and land gravity data allow a detailed evaluation of our processing methodologies and their results and, (b) the Aegean Sea where the presence of many islands in varying distances from the mainland Greece and located on the continental shelf and/or divided by steep sea floor topography present some unique challenges for any high resolution geoid modelling efforts. For both test regions, we generated a combined DEM (C-DEM) using the IFREMER and SRTM 30 arcsec bathymetric data for the sea areas and SRTM 3 arcsec data for the surrounding land areas. In this contribution, we discuss various computational aspects relating to the so-called “Direct Topographical Effect” (DTE) and the “Indirect Topographical Effect” (ITE), the two most significant topographical effects that have to be evaluated when a precise geoid is being compiled. In addition, we outline the evaluation and the impact of the results obtained, especially with regard to the differences in the geoid models when different elevation data are used, and point out the main limitations and possibilities for further improvements in the use of the aforementioned satellite and terrestrial data for regional and local geoid mapping in coastal and island regions.
Notes:
2008
G Manoussakis, D Delikaraoglou (2008)  On the structure of the local ridges of the equipotential surfaces of the Earth's gravity field   Presented at the Special Session G2 - Recent Developments in Geodetic Theory, EGU General Assembly, Vienna, Austria, 13-18 April [Conference Presentations/Posters]  
Abstract: Generally given a smooth surface, a ridge is a curve such that at each of its points, the maximum (minimum) principal curvature has an extremum along its curvature line. Ridges are curves of extremal curvature and therefore encode important information used in surface analysis or segmentation. We are interested in the case where the surface of interest is an equipotential surface of the earth’s gravity field, under the assumption that there are no umbilical points, i.e. points at which both principal curvatures are equal, and every tangent vector is a principal direction. In this case, if P is a point of a specific ridge, then the angle between the vertical line at P and the corresponding vertical line at a neighboring point P’ along the principal direction at distance ds apart, is a supreme/infimum. For this reason, we call them “curves of supreme and infimum variation of the equipotential surface’s vertical line”. Furthermore, if the point P lies on the geoid then the corresponding differential geoid undulation dNPP’ is also a supreme/infimum. In this paper, we carried out a study of the local geoid ridges with the help of algebraic equations. At first, we derived the condition which must be satisfied in order that a point P on an equipotential surface of the earth’s gravity field lies on a local ridge. Then we outline the necessary equations that allow determining the direction of the ridge at each of its points. We show that locating and reporting them requires manipulating third, forth and fifth order partial derivatives of the gravitational potential — whence imposes numerical difficulties.
Notes: Can also be found at: http://www.vugtk.cz/odis/sborniky/EGU2008-G2/Posters/Manoussakis-Delikaraoglou.pdf

Citations/ฮ•ฯ„ฮตฯฮฟฮฑฮฝฮฑฯ†ฮฟฯฮญฯ‚

2009
D Delikaraoglou (2009)  Citations of my published works (up to Nov. 2009)   [Citations/ฮ•ฯ„ฮตฯฮฟฮฑฮฝฮฑฯ†ฮฟฯฮญฯ‚]  
Abstract: Οι παρατιθέμενες διεθνείς ετεροαναφορές στο επιστημονικό έργο έχουν αντληθεί από το COSMOS, SCOPUS, Web of Science, Google Scolar, Libraries and Archives Canada, SAO/NASA Astrophysics Data System (ADS), BC Ministry of Forests Library, Electronic Theses and Dissertations Database, CiteSeer κ.ά. Μέχρι τις 30/11/2009 απαριθμούνται συνολικά σε τριακόσιες δέκα εννέα (319). Οι ετεροαναφορές έχουν γίνει στις ακόλουθες ερευνητικές δημοσιεύσεις, επιστημονικές παρουσιάσεις σε πρακτικά συνεδρίων, βιβλία και μονογραφήματα, πτυχιακές εργασίες και διδακτορικές διατριβές.
Notes:
Powered by PublicationsList.org.